Δευτέρα, Απριλίου 26, 2010

ΤΟ ΝΕΡΑΝΤΖΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Του Φαίδωνα Θεοφίλου

Ήμουν χωμένος βαθιά στην πολυτελή πολυθρόνα μου κοιτώντας τις επιχρυσωμένες μπαρόκ ροζέτες στο ταβάνι του τεράστιου θεάτρου. Παλιό αλλά αναπαλαιωμένο θέατρο, από κείνα που κάποια εποχή ήταν ο δείκτης του μεγαλείου της χώρας.
Βρισκόμουν στο Πόζναν της Πολωνίας, προσκεκλημένος από το υπουργείο πολιτισμού της χώρας του Σοπέν, με πρόταση της Ένωσης Πολωνών ποιητών και συγγραφέων, στο Ποιητικό Φεστιβάλ του Νοέμβρη. (Listopad Poetycki) 1992. 102 σύνεδροι από διάφορες χώρες.
.
Το πρόγραμμα μεγάλο και ενδιαφέρον. Είχαμε ήδη επισκεφθεί κατά μικρές ομάδες σχολεία του Πόζναν (Γυμνάσια και Λύκεια) και άλλων μικρών πόλεων, όπου μιλήσαμε για την τέχνη της ποίησης και είχαμε μοναδικές συζητήσεις με τα παιδιά που έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την παρουσία μας εκεί και ανυπόκριτο ενθουσιασμό.
Τώρα σ’ ένα γεμάτο θέατρο όχι μόνο από συνέδρους αλλά και νεολαία που είχε κατακλύσει όλους τους χώρους του θεάτρου και επειδή δεν υπήρχαν πια θέσεις, είχαν καθίσει στους διαδρόμους. Έτσι δεν μπορούσε πια ούτε να μπει ούτε να βγει κάποιος.
.
Η βραδιά περιλάμβανε τον ποιητικό Μαραθώνιο। Μια διαδικασία όπου ο κάθε σύνεδρος- ποιητής, (γιατί υπήρχαν και πεζογράφοι και μεταφραστές προσκεκλημένοι) θα διάβαζε ένα ποίημά του στη γλώσσα του, το οποίο αμέσως μετά θα απαγγελλόταν στα Πολωνικά. Όλα επί σκηνής. Στο τέλος θα ακολουθούσαν χοροί. (Ελληνικοί παρακαλώ! που θα χόρευαν σπουδαστές και σπουδάστριες χορευτικών σχολών, με ελληνικές λαϊκές ενδυμασίες και ελληνική μουσική φυσικά) Αυτό δεν το ξέραμε από την αρχή. Μας το φύλαγαν για έκπληξη! Και όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες και βγήκαν τα πρώτα δίμετρα παλικάρια και οι πανέμορφες κοπελιές, σείστηκε το θέατρο!!!
.
Στην αρχή άνοιξε τη βραδιά ο Πιοτρ, ένας κεφάτος σαραντάρης άντρας, που μιλούσε συνεχώς για την Ελλάδα। Αισθάνθηκα λίγο άβολα, αφού στο θέατρο ήμασταν δύο Έλληνες μόνο. Συνεχίζοντας ο Πιοτρ, αναφέρθηκε στην ποίηση, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ήταν και είναι και σήμερα η μήτρα της ποίησης και αναφέρθηκε από τον Όμηρο ως τους σημερινούς ζώντες ποιητές!! Μιλούσε με τέτοιον ενθουσιασμό και πάθος, που τον μετέδωσε και στο κοινό που σιγά-σιγά ανέβαιναν οι θερμοκρασίες του। Λίγο αργότερα κατάλαβα, ότι ο λόγος που έκαναν τη βραδιά ελληνική, ήταν αφενός η αγάπη τους για την Ελλάδα των Τεχνών και των Γραμμάτων, αλλά και η άποψή τους ότι έτσι ανέβαζαν το επίπεδο της μεγάλης αυτής εκδήλωσης του Φεστιβάλ, αφ’ ετέρου। Δίπλα μου ο Γερμανός ελληνιστής και μεταφραστής Kurt Bremer, μου είπε με παράπονο: «Είδες πως σας υποδέχονται εσάς τους Έλληνες; Ενώ εμένα δεν μου μιλούσαν όταν έμαθαν πως είμαι Γερμανός». Η ιδέα σου είναι του απάντησα, κοιτάζοντας την κάρτα μου με τον αριθμό 47. Αυτή ήταν η σειρά του ονόματός μου, σύμφωνα με την αλφαβητική ακολουθία του Πολωνικού αλφάβητου για ν’ ανέβω στη σκηνή να διαβάσω το δικό μου ποίημα. Έχω πολύ ώρα ακόμα σκέφθηκα και χαλάρωσα μέσα στην πολυθρόνα μου απολαμβάνοντας τον Πιοτρ και τις ενθουσιώδεις αντιδράσεις του κοινού, που έμοιαζε να κάνει διάλογο με τον παρουσιαστή, ο οποίος μιλούσε, σα να βρισκόταν σε διαρκή μέθη. Κάποια στιγμή ολοκλήρωσε την ομιλία του για να αρχίσει την κλήση των συνέδρων-ποιητών επί σκηνής. Συνεπαρμένος όμως όπως ήταν και θέλοντας να συνεχίσει την ευφορία που δημιούργησε με θέμα την Ελλάδα και τους Έλληνες ποιητές, παραβίασε τη σειρά.

Έτσι, άκουσα ξαφνιασμένος να με καλεί πρώτο στη σκηνή: «Φαίδων Θεοφίλου- Ελλάς». Η ταραχή μου να βρεθώ από την απόλυτη χαλάρωση, στην μέγιστη εγρήγορση, δεν ήταν και μικρή. Κατάφερα όμως να βρεθώ στη σκηνή χωρίς να δείξω την ταραχή μου. Το κοινό χειροκροτούσε ενθουσιασμένο μέσω εμού, το κλίμα για την Ελλάδα που «μαγείρεψε» ο Πιοτρ και που το κοινό ρουφούσε, όπως η διψασμένη γη το νεράκι. Διάβασα σε απόλυτη σιγή το ποίημά μου, «Στη Σαπφώ». Ιδού λοιπόν το ποίημα:



ΣΤΗ ΣΑΠΦΩ

Άρωμα νεραντζιάς
πνέει στο στόμα σου.

Τραγουδάς,
και τρέχω
τους φλογισμένους τόνους να μαζέψω
τις λέξεις που ανακλούν το φως.

Στο μυρωμένο θάλαμο
γλιστρώ σαν κλέφτης
την ώρα που το σεληνόφως
τη κλίνη σου αγγίζει.

Με την ορμή της άνοιξης
ανθίζει ο έρωτας στο στήθος σου
κι η νύχτα να μας ενθαρρύνει.

Η ροδαυγή μας βρίσκει στο γιαλό.

Του πρωινού η αύρα
τα σώματά μας αντιγράφει.

Εγώ, την αφή δικαιώνω.
Με τα δάχτυλα μεταλαμβάνω το σώμα
που μέσα του κατοίκησεν η Ποίηση.

Ύστερα…έφυγες.
Έτσι ξαφνικά.

Πέρασαν μόλις
δυόμισι χιλιάδες χρόνια από τότε
και τ’ άρωμα της νεραντζιάς
στο θάλαμό σου να πλανιέται…

Μόλις ο πρόεδρος των Πολωνών ποιητών και συγγραφέων Nicosa Chadjinikolaou (ελληνικής καταγωγής) διάβασε το ποίημα και στα Πολωνικά, το κοινό σηκώθηκε όρθιο και χειροκροτούσε με ενθουσιασμό. Τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής στην πρώτη σειρά, κοιτάζονταν μεταξύ τους και χαμογελούσαν ικανοποιημένα για την αντίδραση του κοινού. Εγώ, σχεδόν αμήχανος, υποκλίθηκα και πήγα να κατέβω από τη σκηνή. Τα χειροκροτήματα δυνάμωσαν και με γύρισαν πίσω. Υποκλίθηκα ξανά, στάθηκα για λίγο και κίνησα πάλι να φύγω. Τα χειροκροτήματα πάλι δυνάμωσαν και μαζί με φωνές «μπράβο» -«μπράβο» με πισωγύρισαν στη σκηνή. Έβαλα το χέρι στην καρδιά, υποκλίθηκα πάλι και έκανα νόημα στον πρόεδρο να κατέβει πρώτος και ν’ ακολουθήσω. Με είχε κυριεύσει ένα αίσθημα φυγής. Πράγματι. Ο πρόεδρος κατέβηκε και τον ακολούθησα, κάτω από τα χειροκροτήματα που τώρα είχαν πάρει ένα ρυθμικό χαρακτήρα. Δεν ξαναγυρίσαμε όμως πια και με ανακούφιση βρέθηκα στις πρώτες σειρές των θεατών. Εκεί σηκώθηκε ένας τριανταπεντάρης άντρας (φιλόλογος όπως έμαθα αργότερα) με αγκάλιασε, με φίλησε τρεις φορές, όπως συνηθίζουν εκεί, και μου έβαλε στο χέρι ένα…νεράντζι!!!! Το κοίταζα με έκπληξη και με συγκίνηση άφατη. Τον ρώτησα πως το ήξερε ότι θα συνέδεα το άρωμα της νεραντζιάς με την παρουσία της Σαπφούς στο ποίημα; Αφού με κοίταξε απολαμβάνοντας την έκπληξή μου, μου, είπε ότι από το σύνολο των ποιημάτων των συνέδρων-ποιητών, η οργανωτική επιτροπή διάλεξε 10 ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα της πόλης του Πόζναν. Μεταξύ αυτών ήταν και το ποίημα «ΣΤΗ ΣΑΠΦΩ». Δάγκωσα το νεράντζι κι ένιωσα, άρωμα νεραντζιάς να πνέει στο στόμα μου. Ταυτόχρονα, είχα την αίσθηση πως έκανα και μια βαθιά χαρακιά στη μνήμη, που δεν θα έσβηνε ποτέ…
Από αριστερά: Ο Πρόεδρος των Πολωνών συγγραφέων Nikosa Chadjinikolaou διαβάζει το ποίημα στα Πολωνικά. Στο μέσον ένας δημοσιογράφος της πολωνικής ραδιοφωνίας, μεταδίδει την εκδήλωση. Δεξιά Ο Φ. Θεοφίλου


Πέμπτη, Απριλίου 22, 2010

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Εδώ θα αναρτώ πότε-πότε ποιήματα φίλων που θα επιλέγω προσωπικά. Έτσι ώστε να παρουσιάζω τις πιο καλές στιγμές από το έργο τους, αλλά και να συστεγαζόμαστε σε μια καλή παρέα που δεν τελειώνει. Οι πολύ γνωστοί και υπερβολικά προβεβλημένοι ποιητές, είναι, υποθέτω, παρόντες σε κάθε σπίτι και σε κάθε πολιτιστικό κέντρο των Δήμων που προγραμματίζει εκδηλώσεις με βαρύνουσα κουλτούρα. Εγώ θα σας γνωρίζω τους φίλους μου ποιητές που είτε μοιραστήκαμε ένα μέρος της ζωής μας είτε τους θεωρώ φίλους μου επειδή η ποίησή τους μας φέρνει κοντά. Φυσικά θα είμαι κι εγώ παρών με δικά μου ποιήματα στην παρέα και όσοι πιστοί προσέλθετε.

Φαίδων Θεοφίλου



Θανάση Βενέτη




Ο ΚΟΣΜΟΣ




Καθημερινά ανακαλύπτω ρωγμές


στο σώμα μου


Ο πατέρας που επέστρεψε


χωρίς ποτέ να εμφανιστεί.


Η μάνα που χάθηκε


χωρίς ποτέ να λείψει.


Η αδερφή που καπνός ήταν


και καπνός παρέμεινε.




Πέφτουν σοβάδες στα όνειρα


και υγρασία στα θεμέλια.




Το χάος στους αρμούς μου αυξάνεται


καθώς οι θάλασσες που πέρασα ξεράθηκαν


καθώς τα σύννεφα που ήπια


ξαναφάνηκαν.




Μένει η αγάπη:


χαμογελά- κι εκεί αρχίζει ο κόσμος


εκεί και τελειώνει.




Ένας κόσμος μικρός - σαν το σώμα μου.


Αόρατος - σαν τα δάκρυά μου.
















Τρίτη, Απριλίου 20, 2010

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 67


Από τον Σπύρο Δαρσινό

Ήταν η δεύτερη μέρα της δικτατορίας θυμάμαι
όταν ήρθε με το Τζιπ στο χωριό μας εκείνος ο
λοχαγός του Α2 μαζί με τον υπομοίραρχο της χωροφυλακής
Νεμέας για να μας μιλήσει για την «επανάσταση».

Ο δύο ημερών δικτατορικός πρόεδρος του χωριού είχε στείλει
από νωρίς τα οπλισμένα Τ.Ε.Α. από πόρτα σε πόρτα για να
μας διατάξουν να μαζευτούμε όλοι οι άνδρες το βράδυ στις 8 στο καφενείο του "κοντού" που θα μας μιλήσει ο λοχαγός.

Τα ΤΕΑ απαρτίζονταν από συγχωριανούς που πριν δυό μέρες
σπάζαμε μαζί το καρβέλι στο γόνατο για να φάμε κολατσιό
στη γράνα και γυρίζαμε από στόμα σε στόμα την ίδια δραμιζάνα κρασί και σήμερα

μας σημάδευαν με το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Μέχρι νάρθει ο λαχαγός τον περιμέναμε στριμωγμένοι και
σιωπηλοί στο στενόχωρο καφενείο του "κοντού"
Όταν μπήκε μέσα η πρώτη του κουβέντα ήταν να μην
τον διακόψει κανείς όση ώρα θα μιλάει.

Κάπου εκεί στη μέση της ....ομιλίας του, έσουρα σιγά- σιγά
στην πίσω πόρτα του καφενείου και βγήκα στην πίσω αυλή.
Ο σπαρμένος καμπάκος στα πόδια μου ήταν σκοτεινός
τ' άγουρα στάχια του περίμεναν την ΑΥΓΗ

για να σηκώσουν κεφάλι.

Άνοιξα το πορτί της αυλής και βγήκα σ' ένα μικρό πλάτωμα
που ήταν σαν εξώστης του καμπάκου.

Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο
και είπα με βουρκωμένο πείσμα:
Εδώ θα περιμένω, θα περιμένω εδώ, μέχρι να ‘ρθει η ΑΥΓΗ.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος