Σάββατο, Μαρτίου 06, 2010

ΡΩΜΑΙΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΉ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ



Για μερικές μέρες, "Ο Θεός στο καφενείο" το ιστολόγιό μας, γινεται λαϊκό πανεπιστήμιο. Ο αγαπημένος φίλος, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ και συγγραφέας Νίκος Πετρόχειλος, έγραψε για μας (ανταποκρινόμενος σε παράκλησή μου) ένα πολύ ενδιαφέρον και ελκυστικό θέμα. Ο καθένας λοιπόν από σας, ή όποιος περαστικός από το καφενείο, αφού διαβάσει την ανάρτηση, μπορεί είτε να κάνει το σχόλιό του είτε να υποβάλλει τις απορίες ή τις ερωτήσεις του ή να ζητήσει να μάθει περισσότερα για το θέμα. Ο καθηγητής θα απαντήσει σε όλους. Όσοι φιλομαθείς και ανήσυχοι πνευματικά επωφεληθείτε. Φ.Θ.


.


****************************************************



Για τον επιστήθιο φίλο μου Φαίδωνα επιχείρησα το περίπου ανέφικτο : να συμπληρώσω σε ελάχιστες σελίδες πυκνογραμμένου κειμένου μια γενικότατη θεώρηση ενός θέματος, όπως είναι το περί Ρωμαίων και ελληνικής διανόησης, που υπό λιγότερο συμπιεσμένες συνθήκες θα καταλάμβανε τεράστιο αριθμό σελίδων. Αλλά και πάλι θα έλεγα ότι οι αναγνώστες, θαυμαστές και εγκάρδιοι φίλοι του Blog θα έχουν την ευκαιρία να πλησιάσουν έναν κόσμο που πολλά διδάχθηκε και πολλά μάς δίδαξε.

Ρωμαίοι και Έλληνες : πνευματική συμπόρευση
και ανταγωνισμός

του Νίκου Πετρόχειλου
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



Στις Τουσκουλανές διατριβές του (Ι. 4-5) ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων, ένας από τους επιφανέστερους Ρωμαίους ρήτορες, φιλοσόφους και πολιτικούς του πρώτου αιώνα π.Χ., αλλά και όλων των εποχών της λατινικής γραμματείας, προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα γεγονός που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα είχε προκαλέσει κατά καιρούς οδυνηρές σκέψεις και εύλογα ερωτηματικά στους συμπολίτες του : πώς συνέβαινε τομείς σημαντικότατοι στο χώρο του πνεύματος και της τέχνης, όπως ήταν η ζωγραφική, η μουσική και η γεωμετρία, να μην έχουν καλλιεργηθεί από τους συμπατριώτες του, έστω και σε κάποιο επίπεδο ακόμα και ελάχιστα συγκρίσιμο με εκείνο που οι ενασχολήσεις αυτές είχαν επιτύχει στον ελληνικό χώρο; Η ερμηνεία που ο επιφανής δημιουργός έχει να προβάλει είναι ότι «η δημόσια εκτίμηση εκτρέφει τις τέχνες, και είναι η φιλοδοξία εκείνη που προκαλεί έφεση για σπουδές, ενώ παραμελούνται πάντοτε όσες τέχνες αποδοκιμάζονται από το πλήθος».1 Είναι φανερό ότι με τα λόγια του αυτά προσπαθεί να αιτιολογήσει, και σε κάποια έκταση να ερμηνεύσει, την όψιμη εμφάνιση όχι μόνο των παραπάνω τεχνών, αλλά ακόμα και αυτής της ποίησης και, πολύ περισσότερο, της φιλοσοφίας στη Ρώμη. Αντίθετα, για τις πνευματικές εκείνες δραστηριότητες που χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα ως μέσο εκφραστικό ή ως υλικό για καλλιτεχνικούς χειρισμούς, τα ηγετικά στελέχη της Ρώμης είναι απολύτως διαπιστωμένο από την έρευνα των πηγών ότι, κατά τα τέλη των δημοκρατικών χρόνων, δηλαδή γύρω στο δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα π.Χ., όχι μόνο έβλεπαν με θαυμασμό και ενθουσιασμό τα ελληνικά επιτεύγματα στους συγκεκριμένους χώρους, αλλά αισθάνονταν επιπλέον την ανάγκη να υψώσουν και το δικό τους ατομικό και εθνικό ανάστημα.
.
Η παρόρμηση για τη δημιουργία μιας εθνικής λογοτεχνίας με κατάλληλη διασκευή και μίμηση των ελληνικών προτύπων είναι πιθανόν να έχει την αρχή της σε πρακτικές ανάγκες περισσότερο, εκπαιδευτικής ή θρησκευτικής υφής, και λιγότερο σε κίνητρα γοήτρου. Το πεδίο της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής, που όλο και διευρυνόταν μετά το τέλος του Α΄ Καρχηδονικού πολέμου ( 241 π.Χ.), είναι επόμενο ότι προώθησε καινούριες τάσεις και ενδιαφέροντα, καθώς το φάσμα των ρωμαϊκών διπλωματικών και εμπορικών συναλλαγών, το οποίο όλο και διευρυνόταν, απαιτούσε υψηλότερο επίπεδο πνευματικού μόχθου και επιτεύξεων. Η ανάγκη για ανύψωση του εθνικού γοήτρου είναι κατανοητή ως συνέπεια του όλο και σημαντικότερου ρόλου που η Ρώμη ένιωθε ότι καλείται να αναλάβει στον ελληνόφωνο κόσμο.
.
Το παραπάνω κίνητρο, όσο και σημαντικό αν είναι για τη ρωμαϊκή δημιουργία με αφετηρία τα αιώνια ελληνικά πρότυπα, δεν είναι ασφαλώς και το μόνο. Ο τρόπος -όχι πάντοτε καλοπροαίρετος- που οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τους πνευματικά υποδεέστερους Ρωμαίους θα πρέπει να είχε την επίδρασή του στις προθέσεις, τις επιδιώξεις και τα κίνητρά τους. Υπάρχει ένα περίφημο χωρίο στα λατινικά κείμενα, το οποίο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Το παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Ν.Η., ΧΧΙΧ.14) : Ο Τιμητής (Censor) Μάρκος Πόρκιος Κάτων, πολιτικός γνωστότατος για τις συντηρητικές του αρχές, απευθύνεται στο γιο του Μάρκο, σε κάποια από τις επιστολές του. Αφού τον προειδοποιεί για τις καταστρεπτικές επιπτώσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, αναφέρεται σε μια δήθεν συνωμοσία των Ελλήνων γιατρών να εξοντώσουν όλους τους βαρβάρους, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των Ρωμαίων, τους οποίους περιφρονητικά αποκαλούν Οπικούς, αποδίδοντάς τους την ονομασία ενός καθυστερημένου λαού της Ιταλίας. Και ο Κάτων καταλήγει στην επιστολή του : «σου απαγόρευσα να κάνεις παρέα με τους ΄Ελληνες γιατρούς».
.
Οι Ρωμαίοι ήξεραν πολύ καλά ότι με τον ελληνικό όρο «βάρβαρος» εννοείται όχι μόνο ο μη ΄Ελληνας, αλλά και ο απολίτιστος, έννοια που και οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν συχνότατα στα λατινικά κείμενα (πρβλ. Κικ., Rep.,I. 58)· και είναι βέβαιο ότι αντιδρούσαν όχι μόνο σ’ αυτή καθ’ εαυτή την έννοια της πολιτιστικής κατωτερότητας, με την οποίαν ήταν φορτισμένη η λέξη «βάρβαρος», αλλά και –πολύ περισσότερο- στο γεγονός ότι και αυτοί οι ίδιοι κατατάσσονταν από τους ΄Ελληνες στην ίδια πολιτιστική κατηγορία με άλλους λαούς που και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν «βαρβάρους».
.
Είναι πολύ πιθανό ότι η αναζήτηση του εθνικού γοήτρου και η αίσθηση της πολιτιστικής κατωτερότητας, η οποία γινόταν ακόμα πιο συνειδητή από τη στάση που και οι ίδιοι οι ΄Ελληνες κρατούσαν απέναντί τους, εισήγαγε ένα στοιχείο άμιλλας και αντιζηλίας στο θαυμασμό των Ρωμαίων συγγραφέων για τα ελληνικά τους πρότυπα και στην, κατά κάποιο τρόπο, άνευ όρων υποταγή τους στην πολιτιστική ακτινοβολία εκείνων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει εχθρική διάθεση, και πολύ περισσότερο μίσος, προς τους ΄Ελληνες προδρόμους. Θα μπορούσε να σημαίνει αγάπη και πόθο για μίμηση. ΄Οταν ο ποιητής Λουκρήτιος στους περίφημους εκείνους στίχους του τρίτου βιβλίου τού εξαίρετου ποιήματος του De rerum natura απευθύνεται στον Επίκουρο, στα χνάρια του οποίου με σεβασμό και αγάπη βαδίζει, η φράση του «όχι τόσο από επιθυμία να σε ανταγωνιστώ, όσο από αγάπη, / γιατί λαχταρώ να σε μιμηθώ» είναι απόλυτα ενδεικτική (Λουκρ., ΙΙΙ. 5-6).
.
Είναι γεγονός ότι με το τέλος της δημοκρατικής περιόδου (περί το 31 π.Χ.) η πρόθεση να δημιουργηθεί μια εφάμιλλη λογοτεχνία στη λατινική γλώσσα είχε εδραιωθεί, μια και η Ελλάδα παρείχε όχι μόνο το υλικό για μίμηση αλλά και τα πρότυπα, προς τα οποία οι Ρωμαίοι μπορούσαν να αναμετρηθούν· αφετέρου, αυτοί οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αισθάνονταν ότι ήταν πια σε θέση να αναλάβουν τα ηνία μιας πνευματικής καθοδήγησης του κόσμου, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν καθαρά ελληνοκεντρικός. ΄Αρχισαν λοιπόν να προσπαθούν να ανεβάσουν το επίπεδο της πνευματικής τους παραγωγής, να εξισωθούν, ει δυνατόν, σε τούτο ή εκείνο το λογοτεχνικό είδος και να δικαιολογήσουν, όπως είδαμε ήδη, την όποια έλλειψη ή καθυστέρηση.
.
΄Ετσι, ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων, ως έξοχος ρήτορας, αποκαλείται –τι φυσικότερο;- «Ρωμαίος Δημοσθένης» ( Πλουτ., Μάρκ. Κάτ., 4 / Αππ., Ιβ., 39), πράγμα που σημαίνει ότι ήταν ο μεγαλύτερος Ρωμαίος ρήτορας της γενιάς του. Ο Ρωμαίος ποιητής ΄Εννιος, ο οποίος θεωρείται ο ουσιαστικός δημιουργός της ρωμαϊκής ποίησης και, μέχρι την έκδοση της Αινειάδας, ο πιο αξιόλογος επικός ποιητής της Ρώμης, αντιστοιχεί ασφαλώς προς τον ΄Ομηρο (βλ. Κικ., Orat., 109 / Oρατ., Ep. II.1.50· πρβλ. αυτ., 28-30), χωρίς βέβαια και εδώ να γίνεται κάποια σοβαρή φιλολογική κριτική, αλλά με αφετηρία πάντοτε το γεγονός ότι η ελληνική λογοτεχνία είχε προηγηθεί χρονικά, είχε δώσει έξοχα αντιπροσωπευτικά δημιουργήματα σε κάθε σχεδόν είδος του γραπτού λόγου και, κατά συνέπεια, αναγνωριζόταν ως το πρότυπο για τη ρωμαϊκή συγγραφική παραγωγή.
.
Είναι όμως γεγονός ότι τα επιτεύγματα του Κικέρωνα και των λογοτεχνών της εποχής του Αυγούστου επέφεραν ορισμένες σημαντικές αλλαγές και κάποιες όψεις της σύγκρισης ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους ΄Ελληνες συγγραφείς αρχίζουν τώρα να απηχούν μια συνειδητή αντιζηλία. Ο Κάτων και ο ΄Εννιος δεν είναι πια τα φυσικά αντίστοιχα του Δημοσθένη και του Ομήρου, γιατί ο Κικέρων και ο Βιργίλιος, ως κατά πολύ αξιολογότεροι, έρχονται να πάρουν τη θέση τους (Koϊντ., ΧΙΙ.11.26). Τώρα πια η ελληνική υπεροχή, ή τουλάχιστον το προβάδισμα, αναφέρεται βέβαια και πάλι συχνά, αλλά συνήθως συνοδεύεται από περισσότερο συγκεκριμένες επιφυλάξεις, εξηγήσεις ή δικαιολογίες.
.
Αυτή τη γραμμή υιοθετεί κυρίως ο Κικέρων. Στα εισαγωγικά κεφάλαια των Tusculanae Disputationes εκθέτει, όπως είδαμε ήδη, τα επιχειρήματά του, όσον αφορά την άσκηση της φιλοσοφίας στο ρωμαϊκό περιβάλλον. Στον έργο αυτό παραδέχεται (Κικ., T.D., I.3.) ότι οι ΄Ελληνες υπήρξαν ανώτεροι από τους Ρωμαίους σε θέματα παιδείας, σπεύδει όμως να συμπληρώσει ότι η νίκη τους είχε μικρή αξία, μια και στα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε αντίπαλος, για να τους ανταγωνισθεί. Η Ρώμη, αντίθετα, έκανε βήματα προς την ποίηση σε μια συγκριτικά όψιμη εποχή. Στη συνέχεια αποπειράται να ερμηνεύσει τη βραδύτητα των Ρωμαίων με την έλλειψη εκτίμησης προς τους ποιητές στην πρώιμη Ρώμη, ένα επιχείρημα που χρησιμοποιεί και για άλλα φιλολογικά είδη και μορφές τέχνης.
.
Στον τομέα της φιλοσοφικής γραμματείας ο Κικέρων παραδέχεται πως οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν αργά, και πως δικό του έργο είναι να ανυψώσει τη φιλοσοφία σε λογοτεχνικό επίπεδο στα λατινικά (Τ.D., Ι. 5-6). Προσπαθεί να δείξει ότι ο ρωμαϊκός χαρακτήρας ούτε ανίκανος είναι για φιλοσοφία ούτε την αποστρέφεται.
Aντίθετα, στην περίπτωση της ρητορικής δεν φαίνεται να επιχειρείται μια παρόμοια, χρονολογική αντιμετώπιση. Τα ρωμαϊκά επιτεύγματα στον τομέα αυτό θεωρούνται απολύτως ικανά να συγκριθούν με τα ελληνικά, πράγμα που δεν προβάλλει την ανάγκη ερμηνείας ή ελαχιστοποίησης των ρωμαϊκών ελλείψεων. Και εδώ, όπως είναι φυσικό, ο Κικέρων παραδέχεται το προβάδισμα της Ελλάδας, και ιδιαίτερα των Αθηνών, θα μπορούσαμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, ενώ το κάνει αυτό, παρουσιάζει παράλληλα την επίδοση των Ρωμαίων στη ρητορεία, σαν να υπήρχε ήδη πριν αυτοί διδαχθούν τα ελληνικά διδάγματα και υποδείγματα, και σαν να μην υστερούσε σε τίποτα η εγγενής ικανότητά τους. Είναι φανερό ότι η σειρά σκέψης είναι και εδώ η ίδια : κλίση, ικανότητα και κάποια ουσιαστικά επιτεύγματα από τη ρωμαϊκή πλευρά προηγούνται της εισαγωγής της ελληνικής διδασκαλίας.
.
Αλλά και στον τομέα της ιστοριογραφίας ο Κικέρων αντιμετωπίζει τα πράγματα κατά ανάλογο τρόπο, καθώς φαίνεται να υποστηρίζει ότι τα έργα των Ρωμαίων ιστορικών θα ήταν δίκαιο να συγκρίνονται όχι με τους ώριμους άθλους του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, αλλά με τα λιγότερο ώριμα έργα των προκατόχων τους (De orat., II.51). Η δημιουργία λοιπόν ρωμαϊκών αντιστοίχων προς τα ελληνικά πρότυπα είναι υπόθεση του μέλλοντος.
Ως μια άλλη σημαντική δικαιολογία για τη ρωμαϊκή καθυστέρηση στη λογοτεχνία ο Κικέρων θεωρεί την έλλειψη υποστήριξης προς τους συγγραφείς και ποιητές. Η σημασία που ο Κικέρων αποδίδει εδώ στην υπεράσπιση της ποίησης πάνω σε μια σχεδόν πρακτική βάση, ότι δηλαδή αποτελεί αναψυχή για τον άνθρωπο της δουλειάς, ότι τροφοδοτεί τις πηγές ενός ρήτορα και ότι αποτελεί κίνητρο για έντιμες φιλοδοξίες, δείχνει ότι μπορεί, σε ευρεία κλίμακα, να τη θεωρούσαν οι συμπατριώτες του ως απώλεια χρόνου και ως μια χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα επιδίωξη.
.
Θα πρέπει να δεχθούμε ότι, πριν από το τέλος της δημοκρατικής περιόδου (31 π.Χ.), ο συνδυασμός του πολιτικού φιλελληνισμού και του ρωμαϊκού πατριωτισμού είχε δημιουργήσει ένα αίσθημα αντιζηλίας προς την Ελλάδα στον τομέα της λογοτεχνίας. Το αίσθημα αυτό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, μπορούσε να εκφραστεί μόνο με απόπειρες να ερμηνευθούν και να δικαιολογηθούν οι ρωμαϊκές ελλείψεις. Παρόλα αυτά, το έργο των λατίνων συγγραφέων της γενιάς του Κικέρωνα άρχισε να καλύπτει το χάσμα και την πορεία αυτή συνέχισαν οι συγγραφείς της εποχής του Αυγούστου. Μορφωμένοι Ρωμαίοι έφτασαν τελικά στο σημείο να αντιληφθούν ότι είχαν λογοτεχνία άξια για κριτική μελέτη πλάι στα ελληνικά πρότυπα. Η αίσθηση της άμιλλας αποκαλύπτεται με προβλέψεις, ακόμα και αιτήματα ισότητας με τους ΄Ελληνες, και ο αγώνας για την απόσπαση των πρωτείων από την Ελλάδα σε κάθε λογοτεχνικό είδος παρουσιάζεται τώρα ως εθνική επιταγή.
.
Ο τρόπος που ο Κικέρων αντιμετώπιζε τα ελληνικά πνευματικά επιτεύγματα και την αποτυχία των συμπατριωτών του να φθάσουν στο ίδιο επίπεδο δίνει την εντύπωση ενός συμβιβασμού. Ως φιλέλληνας [πρβλ. τη μνημειώδη φράση του «Philellenes” et sumus et habemur = φιλέλληνες και είμαστε και θεωρούμαστε] και, ταυτόχρονα, ως πατριώτης Ρωμαίος φαίνεται να στέκεται στη μέση, ανάμεσα σ’ εκείνους που ήθελαν να απορρίψουν τον ελληνικό πολιτισμό ή να τον αποδεχθούν υπό όρους και σ’ εκείνους που θεωρούσαν ανέφικτη τη δημιουργία ενός ισάξιου λατινικού πολιτισμού.
.
Είναι γεγονός ότι η αναμφισβήτητη επιτυχία του Βιργιλίου να συγγράψει ένα έπος του διαμετρήματος της Αινειάδας αποτέλεσε όχι μόνο προσωπικό αλλά και εθνικό θρίαμβο. Για τους Ρωμαίους συγγραφείς και ποιητές ο Βιργίλιος είναι ό,τι ο ΄Ομηρος για τους ΄Ελληνες. Ο θεωρητικός της ρητορικής Κοϊντιλιανός στο μνημειώδες έργο του Institutio Oratoria αρχίζει την επισκόπηση της ελληνικής και λατινικής ποίησης με τον ΄Ομηρο και τον Βιργίλιο αντίστοιχα (Ι.Ο., Χ.1.46, 85) και θεωρεί τον τελευταίο ως τον πλησιέστερο στον ΄Ομηρο από όλους τους ΄Ελληνες και τους Λατίνους επικούς ποιητές. Ωστόσο, η τιμή της δεύτερης ή ίσως και της τρίτης θέσης αναφέρεται καμιά φορά ως κίνητρο για προσπάθεια.
.
΄Ετσι, ο Κικέρων παρατηρεί ότι “αυτός που επιδιώκει τα πρωτεία είναι τιμητικό να καταλαμβάνει και τη δεύτερη ή και την τρίτη θέση” (Or., 4). Η πιο σωβινιστική, ίσως, φράση του μεγάλου ρήτορα και φιλοσόφου βρίσκεται στην πραγματεία του Tusculanae Disputationes (II.5), όπου τίθεται το αίτημα όχι μόνο να επιτευχθεί πνευματική ισότητα ή ανεξαρτησία, αλλά και να αναλάβουν οι Ρωμαίοι το ρόλο μιας Ελλάδας που έχει πια αρχίσει να δύει.
.
Ο τρόπος λοιπόν που οι άνθρωποι του πνεύματος στη Ρώμη αντιμετώπισαν τους ΄Ελληνες προκατόχους τους, όπως φαίνεται ιδιαίτερα από τον Κικέρωνα αλλά και από άλλους συγγραφείς, είναι σύνθετος και αντανακλά τις τάσεις που χαρακτηρίζουν τις ελληνορωμαϊκές σχέσεις γενικότερα. Ο θαυμασμός και η αποδοχή του ελληνικού πνεύματος συνδυάζονται με κάποια εθνικιστική απροθυμία να παραδεχθούν την εσαεί ανωτερότητα των Ελλήνων. Κάποιο επίσης πνεύμα αντιζηλίας και συναγωνισμού εκφράζεται στις συνεχείς συγκρίσεις ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους ΄Ελληνες συγγραφείς καθώς και μια τάση να νικήσουν τους ΄Ελληνες στα δικά τους εδάφη.

























































Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2010

Η ΑΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ

Φαίδωνα Θεοφίλου


Πολλές φορές έχει τεθεί το θέμα της παρέμβασης των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργών, σε σοβαρά ζητήματα της πολιτικής και της κοινωνίας της χώρας. Και σωστά, αφού δεν είναι μόνο οι πολιτικοί, αρμόδιοι ούτε έχουν δεχθεί την «επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος» για να έχουν λόγο μόνον αυτοί για την πολιτική και την κοινωνία, για να μην πω ότι συχνά είναι και ακατάλληλοι να μιλούν για τα ζητήματα αυτά. Ούτε μόνον οι δημοσιογράφοι που υπηρετούν συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις ή που στρογγυλεύουν ή διογκώνουν τα πράγματα που συμβαίνουν στην Ελλάδα ή που, συχνά, πληρώνονται περισσότερο για εκείνα «που δεν γράφουν» παρά για εκείνα που γράφουν.

.

Όλοι μπορούν και πρέπει να έχουν πολιτικό λόγο. Ασφαλώς και οι πνευματικοί και καλλιτεχνικοί δημιουργοί, που εμπνέονται από τη ζωή, την κοινωνία, τον άνθρωπο, τις αξίες του, τη φύση. Αυτοί μπορούν να παρέμβουν όπου και όταν χρειάζεται για να αρθρώσουν τον «άλλο» λόγο, πέρα από τον τυποποιημένο και γεμάτο κομματικές σκοπιμότητες που βαρεθήκαμε ν’ ακούμε και δεν εμπιστευόμαστε πια. Να αρθρώσουν τον άμεσο, ανθρώπινο και ευαίσθητο λόγο, που βρίσκει το συντομότερο δρόμο προς την καρδιά και το νου.

.
Εδώ πρέπει να εξηγήσω όμως κάτι για να ξεκαθαρίσει η πιθανή σύγχυση που δημιουργεί η αναγνωρισιμότητα και τα Μ.Μ.Ε. και που παγιώνουν μέσα μας ως αποδεκτά, πράγματα και πρακτικές ανθρώπων που είναι απαράδεκτες ή που τουλάχιστον δεν ανήκουν σ’ αυτό που εδώ θα περιγράψω ως παρέμβαση πνευματικών δημιουργών.

.
Δεν εννοώ λοιπόν τους πνευματικούς δημιουργούς που "αλληλοχρησιμοποιήθηκαν" με το κόμμα στο οποίο ανήκαν για να επωφεληθούν οι ίδιοι από το κόμμα και το κόμμα από αυτούς, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

.
Δεν εννοώ τους καλλιτεχνικούς δημιουργούς που ήταν ακατάλληλοι για το στρατό λόγω «ψυχωσικών συμπτωμάτων και ανωμαλιών» αλλά ήταν κατάλληλοι για υπουργικά πόστα, ώστε να προβάλλουν έτσι το έργο τους πιο αποτελεσματικά.

.
Δεν εννοώ τους καλλιτεχνικούς δημιουργούς που ενώ είχαν αναμφισβήτητους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, ενέδωσαν στην ματαιοδοξία τους και δέχτηκαν διακοσμητικά κυβερνητικά πόστα σε μια εξουσία που εκμεταλλεύθηκε την ματαιοδοξία τους.

.
Δεν εννοώ εκείνους που φλερτάρουν διαρκώς με κάθε μορφής εξουσία.


Δεν εννοώ εκείνους τους πνευματικούς δημιουργούς, που όταν ρωτήθηκαν γιατί δεν παίρνουν θέση στα προβλήματα της χώρας, απάντησαν ότι δεν συμμετέχουν γιατί πιστεύουν ότι πρέπει να επικεντρώσουν την ενέργειά τους στην τέχνη τους για να κτίσουν έτσι μια ισχυρή Ελλάδα μέσα από το έργο τους. Τότε τους πιστέψαμε και σεβαστήκαμε την άποψή τους έστω κι αν δεν συμφωνούσαμε. Γρήγορα όμως εξατμίστηκε ο σεβασμός μας όταν είδαμε την κομματική στήριξη που έδωσαν σε νεοϊδρυθέν κόμμα. Τη στήριξή τους που την πήρε ο αρχηγός του κόμματος και την έκανε σημαία για να εκλεγεί. Πού είναι το πρόβλημα; Μα νομίσαμε ότι η «Συνέπεια» ζωής σ’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν αληθινή…

.
Δεν εννοώ τους πνευματικούς δημιουργούς που ζουν μέσα μέσα στην αυταρέσκειά τους και περιμένουν όλους μας να ασχοληθούμε μαζί τους…


Δεν εννοώ αυτούς που σιωπούν για να τα έχουν με όλους καλά και να «τσιμπήσουν» κάποια θεσούλα, κάποιο βραβείο, κάποια τιμητική συνταξούλα ή κάποιο ορισμό τους σε επιτροπή βραβείων.
Αυτές είναι πρακτικές εμποράκου και όχι πνευματικού ή καλλιτεχνικού δημιουργού απ’ τους οποίους αναμένει κανείς, άλλο αξιακό κώδικα.

.
Αραιά και που, ακούω σήμερα κάποιες «στρογγυλεμένες» δηλώσεις καλλιτεχνικών δημιουργών και κλείνω τ’ αυτιά, γιατί απουσιάζει η αλήθεια. Λυπάμαι, γιατί μεγαλώσαμε με τα έργα τους, τους αγαπήσαμε τους σεβαστήκαμε και μέχρι σήμερα έχουμε την ανάγκη να τους σεβαστούμε αλλά η πραγματικότητα δεν μας αφήνει…

.
Δεν είναι φυσικά στην πρόθεσή μου με όσα ανέφερα να υποβαθμίσω το έργο των σημαντικών μας δημιουργών, η αξία του οποίου έτσι κι αλλιώς είναι αδιαμφισβήτητη και με τη βούλα της διαχρονίας. Μίλησα μόνο για την ανθρώπινη διάσταση των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργών, που θα μπορούσε να έχει κάποια ποιοτική αντιστοιχία και συνέπεια με το έργο τους.

.
Ποιους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς δημιουργούς εννοώ τελικά, που θα μπορούσαν να παρέμβουν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας;

.
Αυτούς που καλλιεργούν την πολιτική σκέψη χωρίς να ανήκουν.

.
Αυτούς που είναι αφοσιωμένοι στο έργο τους προικίζοντας τη χώρα και τον κόσμο με την τέχνη τους αλλά που ταυτόχρονα πιστεύουν ότι είναι χρέος τους να παρεμβαίνουν στα κοινά.

.
Αυτούς που θεωρούν ότι το να είσαι Πολίτης με συνείδηση του ρόλου σου, είναι μέγιστη ιδιότητα.

.
Αυτούς που δεν διστάζουν να πουν δημόσια τη γνώμη τους, όσο κι αν αυτή ενοχλεί γιατί η έγνοια τους αφορά στη χώρα και δεν περιμένουν ΤΙΠΟΤΑ από την εξουσία για τον εαυτό τους, παρά μόνο από το έργο τους.

.
Δεν είναι εξασφαλισμένο βέβαια ότι οι παρεμβάσεις τους θα είναι και σωστές. Άλλωστε όλοι κρινόμαστε. Είναι όμως σημαντικό να γίνουν ώστε να δημιουργήσουν ένα κλίμα ευρύτερης συμμετοχής των ανθρώπων της Τέχνης και των Γραμμάτων στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Για να πλουτίσει από ένα Νέο Λόγο ο τόπος μας και να βοηθηθεί από ανθρώπους αυτόφωτους που δεν θα επιδιώκουν κάποιο αντάλλαγμα γι αυτό. Για να μη «χορεύουν» όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι στη ζωή μας… Γιατί σήμερα παρά ποτέ, έχει ανάγκη ο τόπος από έναν Έντιμο Λόγο. Γιατί ο τόπος σήμερα έχει ανάγκη παρά ποτέ, από "Σκοπό" και όχι από Σκοπιμότητα...
Αν δεν σας έπεισα, λυπάμαι.
Άλλωστε έχω μια αδυναμία που δύσκολα συγχωρείται σήμερα:
Δεν είμαι ευέλικτος στην πιάτσα ούτε «Τακτοποιητής» ευαίσθητων υποθέσεων…











Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΡΑΤΟ, ΕΙΜΑΙ 70 ΧΡΟΝΩΝ

Προδημοσίευση από τον Πρόλογο, του ανέκδοτου Μυθιστορήματος "Η ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ"
του Σπύρου Δαρσινού

Με λένε Στράτο, είμαι 70 χρονών , τα πρώτα τριάντα χρόνια τα έζησα στην χώρα που γεννήθηκα -και που την λένε Ελλάδα - και τα άλλα σαράντα σ’ ένα σπίτι στο Τενεσί που είναι στο τέλος απόκεντρου δρόμου. Πίσω από το σπίτι είναι μια λίμνη με αγριόπαπιες και γλάρους που απογειώνονται από τις όχθες της και χάνονται με σχεδιασμούς στους ορίζοντες .
.
Το σπίτι έχει τσιμεντένια θεμέλια, τοίχους και σκεπή ,όπως και οι φυλακές. Εμένα δεν μου αρέσουν τα τσιμεντένια θεμέλια, τα τείχη και οι σκεπές
Το πρώτο με καρφώνει και τ’ άλλα δύο και δεν μ’ αφήνουν να πετάξω με τους γλάρους .

.
Λένε ότι είμαι ιδιότροπος ,αλλά εγώ είμαι 70 χρονών, τα 30 στη χώρα που γεννήθηκα -και που την λένε Ελλάδα -και τα άλλα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος του δρόμου …..

.
Το σπίτι, (όχι «μου» σκέτο σπίτι ,το «μου» είναι εταίρα) δεν έχει περίφραξη , δεν μου αρέσουν οι περιφράξεις, είναι φτιαγμένες με αγκαθωτά «μου»

.
Έχεις ιδιοτροπήσει μπαμπά, μου είπαν προχθές τα παιδιά μου, και μου το είπαν επειδή δεν έφαγα γάλο την ημέρα των «ευχαριστιών» Δεν ξέρω πως ευχαριστείς το θεό με το σφάξιμο του γάλου .

.
Λένε ότι είμαι ιδιότροπος , αλλά εγώ είμαι 70 χρονών ,τα 30 σε μιά χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα και τα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος ενός δρόμου που πνίγεται στη λίμνη
Δεν υπάρχουν άλλα σπίτια γύρω από το σπίτι . Δεν ήθελα να ήταν άλλα σπίτια, δεν θέλω να με βλέπουν όταν δραπετεύω στα φτερά των γλάρων.

.
Μπροστά, και ψηλά σε δύο λόφους, είναι μιά συνοικία με κλειστά παράθυρα για να μην μπαίνει η ομίχλη . Δεν μου αρέσει ομίχλη, είναι οι ανάσες ενός σύννεφου που πέθανε πριν γίνει βροχή.
Λένε πως είμαι ιδιότροπος , αλλά εγώ είμαι σαράντα χρόνια κλεισμένος ανάμεσα σε απρόσωπους λόφους , σε ομίχλες και λιμνασμένα δάση.

.
Το σπίτι , όπως είπα, δεν έχει περίφραξη , έχω φυτέψει στις τρεις πλευρές του 70 πεύκα (όχι σύνορα, πλευρές , τα σύνορα είναι χαρακιές σε ψυχές) Ναι 70, όσα και η ηλικία μου ,τα πρώτα 30 σε μία χώρα που την λένε Ελλάδα και τα 40 εδώ σε τούτο τον βάλτο
Τα τριάντα τα φύτεψα στην πρόσοψη του δρόμου -όσα και τα χρόνια που γεννήθηκα και έζησα σε μία χώρα που την λένε Ελλάδα , και τα 40 τα φύτεψα στη δεξιά και αριστερή πλευρά -όσα και τα χρόνια μου σε τούτα τα μέρη που τα δάση δεν έχουν ρίζες γιατί ποτέ δεν διψάνε.

.
Στην πίσω πλευρά του οικοπέδου δεν έχω φυτέψει πεύκα , θέλω να βλέπω τη λίμνη που ενώνεται με την άλλη ,και την άλλη και τα πελάγη…..

.
Με τα βήματα της σιωπής μου έχει φτιαχτεί ένα μονοπάτι στις πλευρές του οικοπέδου -εκτός από της πρόσοψης , εκεί δεν περπατάω , δεν θέλω να περπατάω.Δεν θέλω να κοιτάζω τα 30 πεύκα που φύτεψα για τα 30 χρόνια στη χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα
Είσαι ιδιότροπος , εσύ τα φύτεψες, μου λέει η γυναίκα μου.
Δεν απαντάω….

.
Όταν κόβω το χορτάρι στα πόδια των 30 πεύκων δεν πλησιάζω κοντά τους Ματώνουν εύκολα ….
Μιά μέρα έσπασε ο δυνατός αέρας ένα κλαδί τους.
Το έθαψα στην άκρη της λίμνης που απογειώνονται οι γλάροι…..
Γιατί το έθαψες ; με ρώτησε η γυναίκα μου όταν μπήκα στο σπίτι
Δεν της απάντησα .
Είναι το σώμα σου , είναι η αρχή σου, μου είπε με σκυμμένο κεφάλι,
Δεν μίλησα ….
Τελευταία σε βλέπω να κρυφοκοιτάζεις τα 30 πεύκα από τις κουρτίνες του μπροστινού παραθύρου ,μου είπε χαμηλόφωνα
Πάλι δε μίλησα
Έφυγε από το δωμάτιο.
.
Δεν ξέρω αν λέει αλήθεια γυναίκα μου, φοβάμαι όμως ότι μπορεί να είναι και έτσι Γιατί, είναι φορές που νιώθω ότι με πιάνει από το χέρι ένα παιδί και με πάει στο παράθυρο. Άκουγα την ανάσα του προχθές που έθαβα το κλαδί. Τι θέλει ; Δεν ξέρω τι θέλει και ….ούτε θέλω να μάθω. Θα το διώξω άμα ξανάρθει. Θα το διώξω . Εγώ έχω τους γλάρους που έχουν φτερά……

.
Λένε πως είμαι ιδιότροπος, αλλά εγώ είμαι 70 χρονών, τα 30 στη χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα και τ’ άλλα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος του δρόμου …Και …… δεν έχω φτερά.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος