Κυριακή, Μαΐου 25, 2008

Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΛΕΙΨΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Ο Θεός θα λείψει για λίγο απ’ το καφενείο για τους δικούς του λόγους. (Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου) Το καφενείο λοιπόν για λίγο καιρό θα είναι χωρίς την παρουσία Του. Όσοι δεν έχετε…το Θεό σας, μπορείτε να μπείτε στο Blog, να γράψετε τα δικά σας, ότι κι αν είναι αυτά, ποιήματα, απόψεις, απωθημένα, σχόλια επί σχολίων και γενικώς να το κάνετε βήμα…καφενείου

25 σχόλια:

στρατης είπε...

Φαίδωνα, θες η τεμπελιά, θες οι δουλειές , πολλές φορές σκέφτηκα να σου γράψω κι όμως συνεχώς το ανέβαλλα
Όμως αυτό το :
"Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΛΕΙΨΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ" μου φάνηκε λίγο προκλητικό (πάντα με την καλή έννοια"
Πιστεύω "Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΛΕΙΨΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ" για καλό σκοπό.
Και μιας και μιλάμε για ΘΕΟ σου στέλνω κι ένα αδημοσίευτο ποίημά μου που το έγραψα όταν ήμουν 19 χρονών :
"Ανάπηρες φτερούγες βλέπω
Ασύμμετρα στήθη
Κι ένα κόκκορα που κλαίει.
Βλέπω τον Θεό να τρέχει
Για να ξεχάσει τις αμαρτίες του.
Στη σκέψη θάθελα νάμουν
Αυνανιζόμενων κορμιών"

Ο Φίλος του Θεο - Φίλου

Στρατής

Ανώνυμος είπε...

το Φως
Κρεμμασμένο στον ουρανό
Στην μισή πόλη ένα τρίγωνο Φως
Πίσω οι μυς του γυμνασμένου βουνού
Αυτή ήταν από πάντα η "βουλή"Του
Να σκαφαλώνουμε την κορυφή του
Τριγώνου.

σπύρος δαρσινός

pylaros είπε...

Ο Θεός έφυγε, έμειναν όμως οι Άγιοι:

Κι όταν ανεβώ στον Παράδεισο,
στο βασίλειο της απολύτου ησυχίας,
το μόνο που θ' ακούω είναιη ροή των αιώνων,
που χάνοντε στην άβυσσο του χρόνου.

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

1)Πράγματι, ένα ποίημα ενός 19-χρονου, φίλε της στήλης, κ. Στρατή!
Απλώς, θάθελα να απαντούσες ΠΩΣ το "βλέπεις" τώρα που... δεν είσαι πλεόν 19!
2)Όσο για το επόμενο, του κ. Δαρσινού,...φως και... βάθος αμέτρητον!!! Ίδίως όταν το αποτέλεσμα παράγει φως, το... αληθινόν! Ναι, ένα από τα καλύτερα σου, Σπύρο!
(Στο σκοτάδι, με την...φωτεινή άποψή μου, Υιώτα Στρατή)

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη, κι εσύ κι εγώ γράφαμε την ίδια ώρα...
Ίσως, θα έχει "μεγάλη πλάκα" να συναντηθούμε στον...παράδεισό σου και... μέσα στην "απόλυτη ησυχία σου" να μετράμε τους αιώνες!!!
Υιώτα Σ.

ΜΗΘΥΜΝΑΙΟS είπε...

Μια αιτία είχαμε να συναντιόμαστε, που και που, μαζί Του στο Καφενείο και να, τώρα μας εγκαταλείπει...
Γιατί;
Τι φταίξαμε;

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@ Στρατής
Καλως όρισες στο καφενείο έστω και αργά, αν και ποτέ δεν είν' αργά,με το αναρχοερωτικό ποίημα της εφηβείας σου και τα ντριμπλαδόρικα λογοπαίγνια. Κερνάω καφεδάκι ή ότι άλλο ποτό επιθυμείς. Στην υγειά μας.

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@ Σπύρος
Είναι πολύ ωραίο ότι έμπνεύσθηκες από τον πίνακα του Σπύρου (συνονόματος!) Βασιλείου και μας κατέθεσες τις ποιητικές σου σκέψεις, ανάλογης ομορφιάς με τον πίνακα.

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@pylaros
Είναι πανέμορφη η είκόνα που δίνεις,της ροής των αιώνων μέσα στην άβυσσο του χρόνου, αλλά τώρα βρίσκεσαι στον γήινο παράδεισο και γι αυτόν πρέπει να μας λες,όπως θαυμάσια το κάνεις στο Blog σου!
Ένα ποτήρι κρύο νερό που πίνεις μέσα στη ζέστη, μια ρέμβη στο δειλινό, μια συζήτηση με αγαπημένο πρόσωπο, είναι μερικά από τα μικρά κομμάτια του γήινου παραδείσου,για να μην αναφερθώ σε μεγαλύτερα...

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Υιώτα Σ.
Όπως τα λες Υιώτα μου στο Γαβριήλ (ότι θα μετράτε τους αιώνες) μού φάνηκε σαν εκείνον που δεν μπορεί να κοιμηθεί και μετράει προβατάκια για να κουραστεί και να τον πάρει ο ύπνος.

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Μηθυμναίος
Μη μου πεις ότι εσύ ερχόσουν, όποτε ερχόσουν, στο καφενείο μόνο για το Θεό, γιατί θα με κάνεις να σε πιστέψω! Για δουλειές έφυγε βρε Στράτο ο Θεός και για να μας αφήσει ν' αυθαιρετήσουμε! Μόλις επιστρέψει θα σε ειδοποιήσω ώστε να σ' έχουμε κάθε μέρα στο καφενείο!

Ανώνυμος είπε...

Απο καιρό ήθελα να γράψω αυτό το γνωστό σε κάποιους στιχούργημα, με την συμπαθητική ανοησία που κουβαλά και την τρέλα που ανεμίζει έτσι σαν απωθημένη σαχλαμάρα που μ' αρέσει:
"Από την Πόλη έρχομαι
βήχω και ξεροβήχω
κι αν δεν γυρίσεις να με δεις
σου κατουρώ την πόρτα"
"Ο Παράξενος"

Ανώνυμος είπε...

Μυστηριακό καλό μου φιλαράκι, μοναδικέ Φαίδωνα... Το σιβυλλικό σου μήνυμα (Ο Θεός θα λείψει για λίγο)... μου σήκωσε κεραίες ανησυχίας μέσα μου για σένα... Εκείνο το (Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου) προπαντός δεν μου άρεσε καθόλου...Καφενείο χωρίς το δικό μας Φαίδωνα γίνεται;...ΟΧΙ! Κάντα μας λίγο πιο λιανά λοιπόν τα τρεχούμενα για να κοιμηθώ κι εγώ το δύστυχο απόψε!
Με απέραντη φιλία αγάπη και εκτίμηση,
STELLA ZAMPOYROY FOLLENTER 5.25.08
New York

Ανώνυμος είπε...

@ STELLA
Καλή μου φίλη με υπερτιμάς και δεν το αξίζω...Να εξηγήσω λοιπόν πιο λιανά όπως μου τα ζητάς. Το κείμενο που αναρτήθηκε είναι σαν ένα παιχνίδι που αφήνει την αίσθηση ότι τώρα που έφυγε ο γονιός,(Ο Θεός) και μείναμε τα παιδιά μόνα μας, μπορούμε να κάνουμε ΄τις αυθαιρεσίες μας και τις τρέλες μας χωρίς επιτήρηση. Ήταν μια ίδέα μου για να ξεδώσουμε, να ξαλεγράρουμε, να ξεφύγουμε για λίγο απ' όλα όσα μας απασχολούν και μας βασανίζουν. Όσο για μένα Στέλλα μου ακόμα κι αν "μ' εγκαταλείψει ο Θεός" εγώ θα συνεχίσω να δουλεύω στο καφενείο Του. ΄Αλλωστε που ν' αφήσω τόσους αγαπημένους θαμώνες και φίλους; Πάμε λοιπόν με όρτσα τα πανιά!!!

Ανώνυμος είπε...

Πολύ πρωτότυπη ιδέα του ευφάνταστου κ. Θεοφίλου, ότι μας άφησε ο Θεός και ότι τώρα μπορούμε να κάνουμε στο "Καφενείο" ότι θέλουμε.Εγώ, μια που βρίσκομαι ανάμεσα σε φίλους όπου μπορούμε,αυτές τις μέρες, να μιλάμε χωρίς συγκεκριμένο θέμα, για ότι μας έρθει στο κεφάλι, θα ήθελα να εξομολογηθώ τον καϋμό μου που τον σέρνω μόνιμα στη ζωή μου: Ότι δηλαδή δεν κατόρθωσα να κάνω αυτό που ήθελα,να γίνω καπετάνιος σε πλοίο, να κυβερνώ το πλοίο σα να είναι ο κόσμος μου, να χαράζω τις πορείες των ταξιδιών μου πάνω στις θάλασσες και να προσεγγίζω τα λιμάνια και τις πόλεις, σαν ελεύθερο πουλί,που θα τσιμπήσει τη γεύση τους και θα βάλλει πανιά γι αλλού. Να έχω γύρω μου και μέσα μου θάλασσα,θάλασσα. Τώρα κατάντησα να είμαι μπλεγμένος στα γρανάζια της τεχνοκρατίας και να πηγαίνω στα λιμάνια να βλέπω τα πλοία να φεύγουν και να έρχονται και να με κυριεύει η θλίψη για ότι δεν είμαι, για ότι δεν έγινα...
Και για να ξέρετε, το όνομα που υπογράφω είναι ψευδώνυμο.
Μπάμπης Πιτέλλης

Ανώνυμος είπε...

Ο Θεός έφυγε απ’ το Καφενείο. Για λίγο.
Ίσως να θέλει να φτιάξει έναν καινούριο κόσμο σε κάποιον νέο πλανήτη.
Πιο φιλικό.
Μαζί του πήρε και τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και μας άφησε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Όποια αταξία μας κατέβει στο νου. Χωρίς περιορισμούς. Χωρίς το Μήλο! Αλήθεια τι ωραία που είναι!
Όμως ένα Σεραφείμ έμεινε πίσω. Αυτό είμαι εγώ.
Έτσι, θα αρπάξω την ευκαιρία, για να σας δώσω ένα ευθυμογράφημά μου.

ΕΝΑΣ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Το βλέπω στο βλέμμα σας. Με λυπάστε. Δεν θα θέλατε να είστε στη θέση μου.
Και ποιος θα ’θελε καλέ μου άνθρωπε;
Ποιος λογικός άνθρωπος θα ’θελε να βρίσκεται ανάσκελα σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου;
Ξέρετε εσείς κανένα;
Τι με ρωτήσατε; Γιατί είμαι έτσι μπαταρισμένος; Σας θυμίζω κάτι από αιγυπτιακή μούμια;
Μα πώς να μην είμαι καλέ μου άνθρωπε.
Μιάμιση ώρα ανάσκελα, στο χειρουργικό τραπέζι, σε πλήρη νάρκωση, για λίγο το ’χετε;
Αλήθεια σας λέω. Μιάμιση ώρα.
Αυτό το έμαθα μόλις άνοιξα τα μάτια μου. Μου το ’πε μ’ ένα αγγελικό χαμόγελο η όμορφη κοκκινομάλλα νοσοκόμα.
Ξέρετε ποια λέω. Αυτή με τα ολοστρόγγυλα κωλομέρια.
Πώς είπατε; Η άλλη σας αρέσει; Ποια, αυτή με τη μπλε στολή; Με τα μεγάλα βυζιά;
Γούστα είναι αυτά. Οι άνδρες έτσι είναι. Χωρισμένοι σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Σ’ άλλους αρέσουν οι κωλαρούδες και σε άλλους οι βυζαρούδες. Είναι καλή είπατε; Τρυφερή. Γιατί; Επειδή μου είπε να φάω όλο το φαγητό μου; Αυτό το υποκίτρινο υδαρές πράγμα, όμοιο με τσίρλα μικρού παιδιού. Κοτόσουπα ήταν άνθρωπέ μου. Κι εγώ, κοτόσουπα δεν τρώω έστω κι αν με σουβλίσουν σαν τον Αθανάσιο Διάκο.
Πώς είπατε; Τι ζημιές έχω;
Δέκα τρία, ναι καλά ακούσατε, γρουσούζικος αριθμός, δεκατρία ράμματα στο πρόσωπο. Επτά ράμματα δεξιά επάνω απ’ το φρύδι, τέσσερα απ’ την άλλη μεριά και δυο κάτω απ’ το χείλι μου. Αυτά είναι που μ’ έχουν κάνει αγνώριστο. Που σας φαίνομαι σαν τη μούμια του Φαραώ.
Ακολουθεί ένα καρπιαίο κάταγμα στο δεξί χέρι, ένα τριπλό στο μετατάρσιο του αριστερού ποδιού και αμέτρητα χτυπήματα στα κωλομέρια μου. Ευτυχώς που δεν έσπασε και η λεκάνη μου.
Αυτά περίπου λέει η ιατρική γνωμάτευση. Έτσι κάπως μου τα είπε και ο γιατρός στην πρώτη του επίσκεψη μετά που άνοιξα τα μάτια μου και δεν ήξερα που βρισκόμουν.
Είσαι τυχερός, μου είπε μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο κι εγώ, κοιτάζοντάς τον απορημένος μέσα απ’ τις δυο τρυπούλες που μου έχουν αφήσει ίσα-ίσα για να μη χάσω τον κόσμο, αναρωτιόμουν που την έβλεπε ο ευλογημένος την τύχη μου.
Τι είπατε; Πώς τα έπαθα όλα αυτά; Σε φιλικό ντέρμπι;
Όχι! Όχι! Μη σπεύδετε να βγάλετε λανθασμένα συμπεράσματα.
Δεν πήγα σε κανένα ντέρμπι. Θεός φυλάξει! Εγώ είμαι φιλήσυχος άνθρωπος. Δεν είμαι κανένας Χουλιγκάνος.
Αυτό μου έλειπε τώρα να πάω εγώ σε ντέρμπι. Εγώ, αυτά τα ‘’φιλικά’’ ντέρμπι τα βλέπω απ’ την τηλεόραση. Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου. Με το ουζάκι μου. Με μπόλικα παγάκια. Με το τυράκι μου και το αγγουράκι μου.
Και με την γυναικούλα μου στο πλάι μου να ξεφυλλίζει ένα απ’ τα αγαπημένα της περιοδικά μόδας.
Τι είπατε; Μήπως βρέθηκα σε καμιά πορεία ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις;
Ενάντια στις προσλήψεις εκτός ΑΣΕΠ;
Για το ξεπούλημα του ΟΤΕ; Για τα χάλια της παιδείας;
Κύριε ελέησον! Τι δουλειά έχω εγώ με αυτά τα πράγματα! Τι δουλειά έχω εγώ σε αναρχικές πορείες. Εγώ βγάζω το ψωμάκι μου μοχθώντας. Με τον ιδρώτα του προσώπου μου. Στον ιδιωτικό τομέα.
Εμένα μ’ έχει πιάσει η κατάρα.
Όλη μου τη ζωή κουβαλάω στους ώμους μου τον Αδάμ και την Εύα. Το προπατορικό αμάρτημα.
Με το μόχθο και τον ιδρώτα του προσώπου μου το ψωμάκι μου. Μακριά από μένα οι πορείες και τα πλακάτ. Οι πικετοφορίες.
Εγώ δεν διεκδικώ κανένα πριμ παραγωγικότητας.
Αυτά είναι για τους προνομιούχους. Για τους εκλεκτούς του Θεού. Για τον περιούσιο λαό.
Εγώ, να, τώρα που το σκέφτομαι, αν τολμήσω να πω στο αφεντικό μου ότι θέλω πριμ παραγωγικότητας, το λιγότερο που θα συμβεί είναι να σκάσει στα γέλια. Και το χειρότερο, αν επιμένω, να με πετάξει στο δρόμο με τις κλωτσιές. Που ακούστηκε, θα μου πει, να σε πληρώνω και να θέλεις να σε ξαναπληρώνω για να δουλεύεις.
Τι είπατε; Αν έπεσα σε καυγά; Όχι! Όχι! Ούτε και τώρα το βρήκατε. Δεν έπεσα σε καυγά. Κάτι τέτοια τα αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
Από μακριά αλλάζω δρόμο. Ξέρετε τι είναι να αρπάξεις καμιά αδέσποτη; Να σου γίνει το μάτι να, και οι άλλοι να πάνε στο σπιτάκι τους σώοι και αβλαβείς;
Όχι! Εγώ κοιτάζω μόνο τη δουλειά μου και τίποτα άλλο. Ο κόσμος να καίγεται που λένε, δίπλα μου να ’χει αρπάξει φωτιά, εγώ μόνο μπροστά κοιτάζω. Ούτε δεξιά, ούτε και αριστερά. Πώς είπατε; Σας κάνει εντύπωση; Όλοι κάπου κοιτάζουν; Δίκιο έχετε. Αλλά εμένα αυτές οι δυο λέξεις, δεξιά και αριστερά, δεν ξέρω γιατί, πάντα μου έφερναν αναγούλα. Όπως και η κοτόσουπα. Και το ωμό ψάρι. Εκατό μέτρα μακριά περνάω από κινέζικο εστιατόριο.
Α, ναι! Τώρα που είπα αριστερά, δεν θα το κρύψω. Πήγα μια φορά κι εγώ σ’ ένα φεστιβάλ νεολαίας. Ξέρετε για τι λέω; Απ’ αυτές τις νεολαίες που κοιτάζουν αριστερά όσο τους ταΐζουν οι πατεράδες τους. Με σταύρωσε ο φίλος μου ο Μηνάς. Στενός κορσές μου έγινε. Έλα και έλα. Πάμε και πάμε ήταν μια ολόκληρη εβδομάδα. Είχε και επιχειρήματα. Θα περάσουμε ωραία! Θα ακούσουμε τραγούδια επαναστατικά! Θα μιλήσει ο τάδε και ο δείνα για τα παγκόσμια προβλήματα. Για το δίκιο του αδικημένου. Για την ισότητα. Για την ισοτιμία. Για την ελευθερία των λαών. Για τη δικαιοσύνη. Για το περιβάλλον. Ωραίες λέξεις. Γλυκές. Δεν κοστίζουν τίποτα. Με ξελόγιασε. Ακόμη και ο πρωθυπουργός μπορεί να τις λέει και να μη κοστίζουν τίποτα.
Πώς να του χαλάσω το χατίρι του φίλου του Μηνά; Πώς να του εξηγήσω πως όλα αυτά ήταν ‘’Έπεα πτερέοντα’’.
Λόγια φτερωτά, όπως λέει και ο Όμηρος.
Πώς είπατε; Σας εξέπληξα. Τι να κάνω; Έτσι είναι. Μη σας φαίνεται παράξενο. Δεν βλέπετε κάθε μέρα στην τηλεόραση τι γίνεται.
Δεν βλέπετε αστέρες που αμείβονται με εκατομμύρια το μήνα, να σφάζονται μπροστά στο γυαλί με τους υπουργούς για το μαϊντανό και το αγγούρι; Πλάκα μας κάνουν κύριε. Για να γεμίζουν την τσέπη τους. Μετά απ’ το κλάμα μετράνε τα κέρδη τους και πάνε για μαύρο χαβιάρι. Αλλά τι να κάνουμε; Αυτό περνάει. Πάρτε για παράδειγμα κάτι ‘’συνταρακτικές’’ αποκαλύψεις για τη διαφθορά. Τι είναι; Τι έχουν προσφέρει; Σε τι ωφέλησαν; Ακροαματικότητα μόνο στην εκπομπή, κέρδος μεγάλο στο κανάλι και τους παρουσιαστές και σε τρεις μέρες, γιατί τόσο κρατάει και το μεγαλύτερο θαύμα, όλα ξεχασμένα. Περασμένα. Ποιος θυμάται τώρα έναν υπαλληλάκο που τσέπωσε μερικά ευρώ, αν και πότε τιμωρήθηκε; Κι αν τιμωρήθηκε, χαράς το πράγμα. Δεν θα τιμωρήθηκε γιατί το έκανε αλλά γιατί δεν πρόσεχε και πιάστηκε.
Όλο για κάτι δευτεροκλασάτα, ή και τριτοκλασάτα υπαλληλάκια μιλάνε. Για μερικές εκατοντάδες ευρώ. Μα άνθρωπέ μου, αυτή είναι η διαφθορά και η διαπλοκή; Από εκεί βουλιάζει το κράτος; Αν είναι έτσι, τότε, μα Τω Θεώ, δεν υπάρχει διαφθορά.
Εν πάση περιπτώσει ας μη πάω παρακάτω. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Μου ξέφυγε. Λίγο το ’χεις στα χάλια που είμαι. Και από πάνω να ’σαι και του ιδιωτικού τομέα;
Εγώ λοιπόν, δεν βλέπω ούτε αριστερά ούτε και δεξιά. Ο φίλος μου ο Κοσμάς λέει πως είμαι ένας α-πολιτικός άνθρωπος. Δηλαδή, άτομο χωρίς πολιτική τοποθέτηση. Χωρίς ιδεολογία. Έπρεπε να έχω μου λέει. Να είμαι κι εγώ ον πολιτικό. Να συμμετέχω στα κοινά. Να συναποφασίζω δηλαδή για το μέλλον μου. Να μην είμαι κορόιδο. Να είμαι κι εγώ σαν κι αυτόν. Να έχω δηλαδή κι εγώ ιδεολογική τοποθέτηση. Να είμαι ένας ας πούμε σοσιαλιστής, ένας μαρξιστής, ένας κομμουνιστής, ή ένας τροτσκιστής. Αυτός είναι. Ήταν δηλαδή. Γιατί τώρα δεν ξέρει κι αυτός τι ακριβώς είναι. Γιατί μόνο κομμουνιστής δεν είναι κι ας τρέχει στα φεστιβάλ της ΚΝΕ. Κι ας παίρνει και κουπόνια υποστήριξης του Κόμματος. Το παίζει κομμουνιστής. Με ένα-δυο εκατομμύρια ευρώ στην τράπεζα, τόσα πρόλαβε και άρπαξε απ’ τις φούσκες του χρηματιστηρίου ο φίλος μου, δεν μπορεί να είσαι κομμουνιστής. Τώρα κυκλοφορεί με τζιπ 4Χ4. Πόρσε καγιέν παρακαλώ. Και κει πάνω στο Παρνασσό, που είναι η ιδιαιτέρα του πατρίδα του, έκτισε και σπίτι. Και μαθαίνει και σκι. Κι αυτός και η γυναίκα του.
Αυτά μου λέει λοιπόν ο φίλος μου ο Κοσμάς. Να με ενδιαφέρουν λέει τα κοινά. Να έχω συμμετοχή. Να είμαι ένας υπεύθυνος πολίτης. Προφανώς με δουλεύει ο φίλος μου. Ποια συμμετοχή; Σε ποια κοινά; Ποιος με ξέρει εμένα απ’ την άλλη μέρα των εκλογών; Πού συμμετέχω; Τη μόνη πρόσκληση που μου κάνουν είναι κάθε τέσσερα χρόνια στα εγκαίνια του εκλογικού τους κέντρου. Εκεί και χαμόγελα βλέπω και κάτι ρουφηχτά φιλιά παίρνω σαν να είμαι καμιά γκόμενα που είχαν καιρό να τη δούνε. Κατά τα άλλα, οι εκλεκτοί μας άρχοντες τρώνε και πίνουν παρέα με την κουστωδία τους.
Του έχω αποδείξει χίλιες φορές του φίλου του Κοσμά, με επιχειρήματα ακλόνητα, ακαταμάχητα, πως ούτε και ο ίδιος έχει συμμετοχή στα κοινά.
Τον χρησιμοποιούν. Πότε τον φώναξαν για να αποφασίσει μαζί με την εξουσία για κάτι που τον ενδιαφέρει; Ξύλο έτρωγε παλιά κάθε φορά που με κάμποσους ακόμη έκλειναν την Αθήνα για αιτήματά τους που δεν γίνονταν αποδεκτά απ’ την εξουσία.
Ας είναι καλά οι συγκυρίες. Υπάλληλος ήταν σε χρηματιστηριακή και την ψυλλιάστηκε τη μηχανή που είχαν στήσει για τους αφελείς.
Για μερικούς που τα είχαν καταχωνιασμένα και τα έτρωγε το σκοτάδι και η υγρασία.
Τουλάχιστον έτσι κυκλοφόρησε και χρήμα. Πήρε ανάσα η αγορά. Άλλαξε χέρια το χρήμα και γέμισε η Ελλάδα με εισαγόμενα 4Χ4.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού, που λένε.
Εγώ λοιπόν περπατάω ίσια μπροστά. Μακριά από ιδεολογίες και κουραφέξαλα. Κορόιδο δεν πιάνομαι. Δεν τους πιστεύω. Ψεύτες είναι όλοι. Μόνον η εξουσία τους ενδιαφέρει. Η καρέκλα.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα απλούστατα, για να σας βγάλω από μια μελλοντική σκέψη, ότι εγώ, μπορεί όλα αυτά που έπαθα, να τα έπαθα συμμετέχοντας σε καμιά αναρχική εκδήλωση.
Να πέταξα ας πούμε μια μολότοφ σε περιπολικό της αστυνομίας, ή σε καμιά βιτρίνα και ύστερα να έκανα ντου σε αστυνομικό τμήμα και όποιον πάρει ο χάρος.
Βέβαια, με τα χάλια που έχω, πολλά μπορεί να βάλει ο νους σας. Αν όμως με γνωρίζατε, τέτοιες σκέψεις δεν θα περνούσαν απ’ το μυαλό σας και πολύ περισσότερο το τροχαίο που πολύ πιθανόν να το σκεφτήκατε. Γιατί όλοι το ξέρουν ότι ο Λάκης, εγώ δηλαδή, Λάκη με λένε απ’ το Βαγγέλης, Βαγγελάκης, δεν έχει αυτοκίνητο. Και δεν έχω αυτοκίνητο γιατί δεν είμαι κορόιδο. Εγώ ποτέ δεν θα δώσω τα ωραία μου λεφτουδάκια για να πάρω αυτοκίνητο. Σαν τα εκατομμύρια κορόιδα. Εγώ δεν θα την πατήσω. Ταξί. Θέλετε με μονή, με διπλή, ή και με τριπλή ταρίφα, με σκόρδα, με παστουρμά, με κρεμμύδια, με ρεψίματα δίπλα μου, εγώ, προτιμώ το ταξί.
Είμαι τώρα κοντά στα σαράντα. Κι αν σύμφωνα με την επιστήμη, δηλαδή σύμφωνα με το προσδόκιμο της ζωής, ζήσω ακόμη τριάντα χρόνια, τα λεφτά που θέλω για ένα καλό αυτοκίνητο δεν θα τα ’χω ξοδέψει στο ταξί και επιπλέον θα έχω γλιτώσει και κανένα έμφραγμα ή και κανένα εγκεφαλικό ή και το ρεζιλίκι. Όπως τις προάλλες ο προϊστάμενός μου. Που θέλεις λίγο ο προστάτης, θέλεις η ακράτεια λόγω κάποιας ηλικίας, ο άνθρωπος κατουρήθηκε επάνω του καθώς βρέθηκε μπλοκαρισμένος για πάνω από τρεις ώρες στο κέντρο της Αθήνας γιατί λέει έκανε διαδήλωση μια οργάνωση για την απελευθέρωση της Μελιδονίας.
Εμένα κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να μου συμβεί. Εγώ θα ανοίξω την πόρτα του ταξί και θα πω χαίρετε και άσε τον κόσμο να καίγετε.
Μα τότε χριστιανέ μου, θα μου πείτε δικαιολογημένα, τρένο δεν σε χτύπησε, σε μάντρα δεν έπεσες, σε γήπεδο κατά λάθος δεν βρέθηκες, μολότοφ σε μπάτσο δεν πέταξες, τροχαίο δεν είχες, πώς στην ευχή κατάντησες έτσι άνθρωπέ μου;
Α ναι! Ξέχασα να σας πω και κάτι άλλο. Για να μη βάλετε τίποτα κακό με το στο νου σας. Εγώ είμαι άνθρωπος που δεν έχει εχθρούς. Μόνο φίλους έχω. Αυτό για να μη σας περάσει καμιά τρελή ιδέα πως κάποιος μου την έστησε και μ’ έκανε του αλατιού. Για μια ας πούμε γυναικοδουλειά. Εγώ πάνω απ’ όλα τη γυναικούλα μου και το στεφάνι μου.
Τώρα βέβαια, μ’ αυτήν την επιπλέον δήλωση, εξάπτω την φαντασία σας. Σας προβληματίζω.
Δικαιολογημένα και πάλι θα σκεφτείτε, χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς πώς έφτασα στο χειρουργείο σ’ αυτό το μαύρο χάλι;
Και όμως. Το βλέπετε. Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει. Το βλέπετε με τα ίδια σας τα μάτια.
Μη κουράζεστε όμως. Γιατί όσα σενάρια και να κάνετε με το νου σας, πάλι δεν θα το βρείτε. Πάλι στο μαύρο σκοτάδι θα είστε. Γιατί δεν είναι μόνο αυτό που βλέπετε. Δεν είμαι μόνον εγώ στο νοσοκομείο. Στον αμέσως παραδίπλα θάλαμο, είναι και η πεθερούλα μου.
Πώς είπατε; Τι έχει η πεθερούλα μου.
Και τι δεν έχει η καημένη. Ευτυχώς που είναι όλα επιφανειακά. Γιατί στην ηλικία που είναι Ο Θεός να βάλει το χέρι του. Ένα κάταγμα έχει μόνο στο δεξί χέρι, λίγο κάτω απ’ τον αγκώνα, και ένα στραμπούληγμα στο πόδι. Τίποτα σοβαρό. Ψιλοπράγματα. Είπαμε όμως. Μεγάλη γυναίκα είναι, ποτέ δεν ξέρεις. Οπωσδήποτε θα ’χετε ακουστά πως ο γέρος άνθρωπος, ή από πέσιμο ή από χέσιμο θα πάει.
Όχι! Όχι! Μην πάει ο νου σας στο κακό. Η πεθερούλα μου δεν είναι απ’ αυτές που μαυρίζουν το μάτι του γαμπρού. Που τα κάνουν όλα λίμπα. Ούτε και είναι αυτή η αιτία των παθών μου. Με αγαπάει. Άλλωστε σας το ξεκαθάρισα. Εμένα όλοι με αγαπάνε. Εγώ είμαι ο Λάκης το καλό παιδί. Στο όνομά μου πίνει νερό η πεθερούλα μου. Άλλωστε απ’ την πολύ αγάπη που μου έχει, βρίσκεται κι αυτή τώρα στο διπλανό θάλαμο.
Και τώρα και το τελευταίο. Το κερασάκι στην τούρτα όπως λένε.
Μ’ αυτό που θα ακούσετε τώρα θα μείνετε με ανοιχτό το στόμα. Λίγο πιο κάτω, στο τρίτο κρεβάτι, είναι και ο κουνιάδος μου. Το κουνιαδάκι μου ο Στράτος. Ευτυχώς! Αυτός λίγο πιο ελαφρά.
Ενδεχομένως, τώρα που σας τα λέω όλα αυτά, να ετοιμάζει ο θεράπων ιατρός και το εξιτήριο. Είδατε πόσοι είμαστε; Ολόκληρη οικογένεια. Μόνο η γυναίκα μου λείπει για να συμπληρωθεί το καρέ. Τυχερή αυτή. Το τελευταίο κτηματάκι που πήγε να ξεπαστρέψει στο χωριό, είναι αυτό που την γλίτωσε απ’ τη συμφορά. Γιατί μη νομίζετε πως ο ανελέητος εχθρός μου θα της χαριζότανε. Σίγουρα σε κάποιο κρεβάτι του νοσοκομείου θα την έστελνε κι αυτήν.
Ξέρετε, πολλά μπορεί να συμβούν. Στον καθένα μας. Εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως έρχεται ο σεισμός. Που ξαφνικά, αγουροξυπνημένος ο Εγκέλαδος, αποφασίζει να τεντώσει λίγο τα χέρια του και με μιας, κάνει σκόνη ό,τι βρίσκεται από πάνω του.
Να μας συμβούν πράγματα που δεν έχουν περάσει ούτε για μια στιγμή απ’ το μυαλό μας. Να μας συμβούν σημεία και τέρατα. Να γυρίσουν τα πάνω κάτω. Να χώσει ο διάολος την ουρά του, που λένε, και απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, να βρεθεί ολόκληρη οικογένεια στο νοσοκομείο.
Τι νομίζεται, ότι θέλει πολύ για να γίνει το κακό.
Δεν λένε, και πολύ σωστά, πως, ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος;
Πείσμα εγώ, α, να κάτι που ξέχασα να σας πω. Είμαι λίγο πεισματάρης. Τι λίγο! Μουλάρι σκέτο. Εγώ φυσικά δε το αναγνωρίζω στον εαυτό μου αυτό το ελάττωμα. Κι ας μου το ’λεγε η συχωρεμένη η μάνα μου.
Πρόσεξε παιδί μου Λάκη, μου έλεγε. Το γινάτι βγάζει μάτι παιδάκι μου. Πάλι καλά που δεν έβγαλα και τα μάτια μου! Πείσμα λοιπόν εγώ, πείσμα ο εχθρός μου, νάτο και έγινε το ‘’θαύμα’’.
Θα μου πείτε τώρα, και με το δίκιο σας, από πείσμα και μόνο βρεθήκατε ολόκληρη οικογένεια στο νοσοκομείο;
Ε ναι! Από πείσμα και μόνο. Αν θυμόμουν εκείνη την στιγμή την συχωρεμένη τη μάνα μου δεν θα το είχα πάθει.
Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή πεισμάτωσα μόνον εγώ. Τι πεισμάτωσα! Την αλήθεια να λέω. Λύσσαξα! Ξέρετε τι θα πει ‘’λύσσαξα’’. Έχασα τα λογικά μου! Παραφρόνησα! Τρελάθηκα! Δυνάμεις σκοτεινές, πανίσχυρες, έλεγχαν και υποκινούσαν τις πράξεις μου. Και το χειρότερο απ’ όλα που σ’ αυτή τη ‘’λύσσα’’ παράσυρα και την άμοιρη πεθερούλα μου και το κουνιαδάκι μου τον Στράτο. Δεν μου χρωστούσαν τίποτα οι άνθρωποι να βρίσκονται τώρα μαζί μου στην πτέρυγα της Πριγκίπισσας Αικατερίνης. Γιατί κακά τα ψέματα, τέτοιο πράγμα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Τέτοια δηλαδή πτέρυγα και τέτοια Πριγκίπισσα. Δεν μπορώ τώρα, θα σκάσω αν δεν σας το πω. Λέω για κείνο το όνειρο που είχα δει λίγο πριν απ’ τις εκλογές. Τι όνειρο Θεέ μου! Τι βλέπει ο άνθρωπος!
Ήταν λέει μια μέρα ηλιόλουστη. Χαρά Θεού. Χωρίς νέφος το λεκανοπέδιο και ρίπους. Καταγάλανος ο Αττικός ουρανός. Και ήμουν λέει καβάλα πάνω σ’ ένα τεράστιο πουλί. Τι πουλί Θεέ μου! Δυο μέτρα τα φτερά του. Και καθόμουν λέει αναπαυτικά στις φτερούγες του. Όπως καθόταν εκείνος ο Ινδός, επάνω στο μαγικό χαλί του και τον πήγαινε όπου ήθελε. Κι αυτό λέει το τεράστιο πουλί είχε δυο κεφάλια. Όπως και ο Δικέφαλος αετός. Και μιλούσαν και τα δυο κεφάλια. Κι εγώ τα κοίταζα κατάπληκτος. Και μετά από λίγο ήμουν σίγουρος, πως το ένα κεφάλι έμοιαζε με τον Παπανδρέου και το άλλο με τον Καραμανλή. Μου έδειχναν από κάτω το μαύρο τσιμεντένιο λεκανοπέδιο και μου έλεγαν πως αυτοί θα το γκρέμιζαν και πω ς στη θέση του θα έφτιαχναν έναν Παράδεισο.
Εκεί, μου έλεγαν και μου έδειχναν μια μαύρη τρύπα που έβγαιναν κάτι δηλητηριώδη αέρια, θα έφτιαχναν ένα πάρκο, αλλού μια καινούρια λεωφόρο, αλλού σχολεία, δενδροστοιχίες, νοσοκομεία. Και μου έλεγαν πως ό,τι κι αν πάθαινα στο μέλλον, μόλις θα έφτανα στο νοσοκομείο θα ήταν όλοι εκεί να με υποδεχτούνε. Ολάνοιχτη η εντατική. Πουπουλένια τα κρεβάτια. Πεντακάθαρο φαγητό. Μέσα σε πορσελάνινα πιάτα θα έτρωγα το φαγητό μου. Οι γιατροί, οι νοσοκόμες και ο πρόεδρος του νοσοκομείου θα με περίμεναν στην είσοδο με αγκαλιές λουλούδια. Θα ήμασταν λέει όλοι ξεχωριστές προσωπικότητες.
Και ξαφνικά, λέει, εκεί που τα άκουγα όλα αυτά και ήμουν μαγεμένος, και έτρεχαν τα σάλια απ’ το στόμα μου, και έλεγα ποιο απ’ τα δυο κεφάλια να διαλέξω, κάνει μια έτσι και τινάζει τα φτερά του κι εγώ λέει χάνω την ισορροπία μου, και αρχίζω να πέφτω, να πέφτω, μέσα σ’ ένα κατάμαυρο βάραθρο που δεν είχε τέλος. Άπλωσα λέει τα χέρια μου και κοίταξα επάνω για βοήθεια και τρόμαξα λέει περισσότερο. Τα δυο κεφάλια με κοιτούσαν με κάτι τρομερά μάτια και έφευγαν κρώζοντας απαίσια.
Η μάνα μου η συχωρεμένη μου το εξήγησε το όνειρο την άλλη μέρα το πρωί. Λόγια παιδάκι μου και υποσχέσεις προεκλογικές. Μέχρι να σου αρπάξουν την ψήφο σου. Τι άλλο να ’ναι. Δεν το κατάλαβες;
Αυτό δηλαδή που λέγαμε. Έπεα πτερέοντα.
Στο θάλαμο τώρα.
Όποιος και να μου το ’λεγε, ότι θα γύριζε ο εικοστός πρώτος αιώνας και θα μας έβρισκε σε τέτοιο χάλι, δεν θα τον πίστευα. Η ελπίδα, λένε, πεθαίνει τελευταία.
Γιατί το λέω αυτό; Τώρα περιμένετε να κουνήσω λίγο το χέρι μου να διώξω αυτή τη μικρή κατσαριδούλα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου και θα σας εξηγήσω. Την έδιωξα. Μη ξαφνιάζεστε. Υπάρχουν κι άλλες κατσαρίδες. Κάνουν τη βραδινή τους βόλτα. Διάφορα μεγέθη. Αλλά μόνον εγώ είμαι ξύπνιος αυτή την ώρα και τις βλέπω. Να, στο διπλανό κρεβάτι, που στο βουλιαγμένο στρώμα είναι ξαπλωμένο ένα συμπαθητικό γεροντάκι με κάταγμα στη λεκάνη, οι κατσαρίδες έχουν ανέβει μέχρι το μαξιλάρι του και βολτάρουν ανενόχλητες. Βέβαια δεν είναι μόνο οι κατσαρίδες που αμαυρώνουν το όνομα της Πριγκίπισσας. Αυτό που θα σας πω μπορεί να μη το πιστέψετε κιόλας. Γιατί σίγουρα η εικόνα που σας έχω δώσει μέχρις τώρα, ίσως να σας έχει βάλει σε κάποιες υποψίες. Πως θα ήταν καλύτερα να ήμουν σε κάποια νευρολογική κλινική μ’ όλα αυτά που γράφω.
Δεν πειράζει όμως. Θα σας το πω. Και σας ορκίζομαι πως είναι αλήθεια. Το είδα με τα μάτια μου. Και αλληθώρισα. Κάτι σκυλιά, θεόρατα, μπουκάρισαν ξαφνικά μες το θάλαμο απ’ την ανοιχτή πόρτα, έκαναν ένα περίπατο, μας μύρισαν έναν-έναν, και σαν καλοί παλιοί γνώριμοι, έφυγαν ακολουθώντας τη μοναδική σκύλα που ήταν ανάμεσά τους και τους πήγαινε πέρα-δώθε. Μάλιστα ένα πολύ ζωηρό, προφανώς δεν είχε ακόμη αρπάξει τόσες κλωτσιές όσες τα άλλα και δεν είχε νιώσει ακόμη τι θα πει ‘’σκυλίσια ζωή’’ μου έκανε και χαρούλες. Στάθηκε με κοίταξε καλά-καλά στα μάτια, άλλωστε αυτό μόνο μπορούσε να δει, μου έγλειψε το χέρι και ύστερα ακολούθησε το κοπάδι που είχε φτάσει κιόλας στο θάλαμο της πεθερούλας μου.
Τώρα εσείς βέβαια, θα κουνήσετε περίλυπα το κεφάλι σας και δικαίως θα πείτε πως τα χτυπήματα στο κεφάλι είναι αυτά που με κάνουν και βλέπω τέτοια περίεργα πράγματα. Γιατί που ακούστηκε ξανά, σκυλιά να κάνουν βόλτες σε θάλαμο νοσοκομείου. Και θα το έπαιρνα πίσω, αλλά πώς να το πάρεις πίσω ένα πράγμα που το έζησες και το είδες με τα ίδια σου τα μάτια;

Η συνέχεια και το τέλος στο επόμενο
σεραφείμ βάγιας
συγγραφέας

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Σεραφείμ
Πώς σε ξέχασε εσένα ο Θεός στο καφενείο Σεραφείμ; Η παραληρηματική κατάσταση του πολίτη μεταφέρεται στο "Καφενείο"
΄Οχι μόνο καλή ιδέα αλλά και φυσική εξέλιξη για κάποιον που πάει στο καφενείο και ξεδιπλώνει τ' απωθημένα της ζωής του! Περιμένω και το 2ο μέρος

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@STELLA
Ο ανώνυμος που σου απάντησε Στέλλα μου, θα κατάλαβες ασφαλώς ότι ήμουν εγώ. Γιατί ανώνυμος; Πάτησα λάθος κουμπί, αφού χρησιμοποιώ το ίδιο μυαλό και το καλοκαίρι.

pylaros είπε...

Φαίδων, Υιώτα,

Μένω ξάγρυπνος ο θόρυβος της ροής των αιώνων, μα και ό θόρυβος της τροχιάς της γης καθώς γυρίζει με κάνουν να ξαγρυπνώ, δεν φταίω εγώ!

νάσται καλά

Γαβριήλ

Ανώνυμος είπε...

"με κυρεύει η θλίψη γιά ότι δεν είμαι γιά ότι δεν έγινα"
Μόνο ένας άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις μπορεί να νιώθει μιά τέτοια θλίψη κύριε"Πιτέλλη"
Κι'αν από τη αρχή γινόσουν αυτό που δεν έγινες πάλι θα ένιωθες θλίψη γιά ότι δεν έγινες.Γιατί οι
θάλασσες είναι πολλές και τα πελάγη απέραντα.
Χίλιες φορές μιά τέτοια θλίψη παρά μιά άσκεφτη πληρότητα.

σπύρος δαρσινός

Σεραφείμ,περιμένουμε με αγωνία τις αιτίες των πληγών.Μεχρι τώρα χάρικα το χιούμορ σου,έπιασα τις"μπηχτές"σε ότι αξίζει και ευτελίζεται και σε ότι επιπλέει χωρίς ν'αξίζει

σ.δ.

Ανώνυμος είπε...

@σπύρος δαρσινός
Μπορεί να είναι κι έτσι όπως τα λέτε κ. Δαρσινέ.Σας ευχαριστώ πάντως που κάνατε τον κόπο να σκεφθείτε τα δικά μου. Το καφενείο είναι το νήμα που μας συνδέει.
Και πάλι ευχαριστώ.
Μπάμπης Πιτέλλης

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Προς όλους
Όποιος θέλει μπορεί να πάει στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης (ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΟΙΞΗ ΠΑΝΤΟΥ 2) να διαβάσει και το σχόλιο του καθηγητή ιστορίας του Αριστοτέλειου παν/μίου
Θεσ/νίκης Στάθη Μπύρνταχα, (προτελευταίο)ώστε να δει και τη θέση της επιστήμης και μάλιστα της πιο αρμόδιας για την περίπτωσή μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κάθε πολίτης δεν έχει βαρύνουσα γνώμη, αλλά από περιέργεια ας δούμε και τη θέση της επιστήμης απέναντι στο σύνθημα-απαίτησή,ΘΕΛΟΥΜΕ ΑΝΟΙΞΗ ΠΑΝΤΟΥ.

Ανώνυμος είπε...

ΕΝΑΣ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ ΠΌΛΕΜΟΣ
Η συνέχεια και το τέλος

Είναι η τρίτη μέρα που βρίσκομαι ανάσκελα στο στάβλο της Πριγκίπισσας Αικατερίνης.
Πέρασαν όλοι οι φίλοι μου.
Τα κακά νέα ταξιδεύουν σαν τον άνεμο.
Αν και, όπως λέει και ο λαός, σε ξένο πισινό ακόμη και εκατό ξυλιές είναι λίγες, εντούτοις, εμένα οι φίλοι μου με λυπήθηκαν. Εκείνος ο Κοσμάς μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα. Μόνο που φεύγοντας, είχε στο βλέμμα του ένα περίεργο μειδίαμα. Φαίνεται πως δεν συμφωνούσε για το λόγο που βρισκόμουν ανάσκελα στο νοσοκομείο. Μάλιστα, με τρόπο, ακροθιγώς που λέμε, με γαλατική ευγένεια, μου υπέδειξε να συμβουλευτώ και κάποιον ειδικό. Προφανώς να εννοούσε κάποιον ψυχαναλυτή.
Δεν είχε και άδικο. Το σκεφτόμουν κι εγώ σοβαρά. Ύστερα απ’ ό,τι έκανα και απ’ ό,τι έπαθα, έπρεπε, ήταν το μόνο που μου χρειαζόταν. Ψυχολογική υποστήριξη. Για να ξαναμπώ στο σπίτι μου, έπρεπε να προετοιμαστώ ψυχικά και πνευματικά. Και περισσότερο για να ξαναμπώ στο υπνοδωμάτιο.
Είμαι γριφώδης είπατε; Τι σχέση έχει η κρεβατοκάμαρα με τα χάλια μου;
Έχει. Εκεί μέσα, σ’ ένα χώρο τέσσερα επί τρία δόθηκε η φονική μάχη.
Στην κρεβατοκάμαρα με βρήκε ο εχθρός μου. Καιροφυλακτούσε.

Τρέμω, αλήθεια σας το λέω, τρέμω και μόνο στη σκέψη, ό,τι θα βρεθώ πάλι μόνος και ανυπεράσπιστος μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Και κάπου εκεί, στα σκοτεινά, να μου έχει στήσει καρτέρι ο πανούργος, σαν τον Βασιλιά της Ιθάκης, ανελέητος εχθρός μου.
Σας μπέρδεψα; Νομίζεται ότι βρίσκομαι σε μετατραυματικό σοκ;
Όχι. Είμαι καλά. Ευτυχώς. γιατί θα μπορούσα να είμαι και χειρότερα.
Είμαι τυχερός που δεν με μισεί κιόλας. Γιατί αν με μισούσε, θα μπορούσε να ήταν τώρα εδώ μέσα. Και να με κοιτάζει ειρωνικά. Σαρκαστικά. Θριαμβολογώντας για τη νίκη του.
Ναι, τώρα που σας τα λέω όλα αυτά, θυμάμαι καλά πως εκείνο το μοιραίο βράδυ μου φάνηκε πως είδα και τα μάτια του.
Δεν ξέρω αν ήταν της φαντασίας μου. Ή κάποια εικόνα που έφτιαξε το σαλεμένο μου μυαλό. Ήταν δυο μικρά κίτρινα ματάκια που με κοίταζαν γεμάτα χλεύη και περιφρόνηση. Ήταν τη στιγμή που έξαλλος, εκτός εαυτού, πέταξα εναντίον του το μικρό ραδιόφωνο που είχα επάνω στο κομοδίνο μου και το έκανα θρύψαλα.
Το βλέπω στα μάτια σας. Δεν μπορείτε να φανταστείτε έναν τέτοιο εχθρό. Φοβάστε πως όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας μου.
Όχι. Δεν είναι. Όλα μπορεί να τα κάνει αυτός ο εχθρός. Τέτοιος είναι. Ύπουλος, μεθοδικός και ανελέητος. Αν δεν σου ρουφήξει το αίμα δεν το βάζει κάτω. Ακολουθεί τη δική του στρατηγική. Ιδιοφυΐα. Πλησιάζει το θύμα του μόλις σιγουρευτεί ότι βυθίζεσαι αργά-αργά και απολαυστικά, στην αγκαλιά του Μορφέα. Μόλις τα βλέφαρά του πέσουν βαριά και σφαλίσουν τα μάτια του.
Τώρα, σας βοήθησα καθόλου; Τον μαντέψατε τον αδυσώπητο και ανελέητο εχθρό μου;
Κανονικά πρέπει. Τον έχετε κι εσείς συναντήσει. Τον έχετε κι εσείς πολεμήσει. Τον έχετε κι εσείς φοβηθεί την ώρα που στα σκοτεινά, με ανοιχτό ή με κλειστό το στόμα, παραδίνεστε αργά και απολαυστικά στην αγκαλιά του Μορφέα.
Έχετε κι εσείς ακούσει εκείνο τον εφιαλτικό ήχο κοντά στο αυτί σας. Εκείνο το τρομερό ζβιννννν!!!
Που μοιάζει σαν εκατό Γιούγκερς σε κάθετη εφόρμηση.
Πόσες φορές δεν έχετε ανάψει κι εσείς το φως αλαφιασμένοι! Τρομοκρατημένος. Πόσες φορές δεν έχετε κι εσείς ξενυχτίσει με κάποιο όπλο στο χέρι! Με μια παντόφλα. Με μια σαγιονάρα. Ένα περιοδικό. Περιμένοντας με την ανάσα κομμένη να ακούσετε ξανά το τρομερό, ζβιννννν.
Έχετε ζήσει τέτοιες εφιαλτικές στιγμές. Μη μου πείτε όχι!
Μόνο που εγώ, εκείνο το βράδυ, πεισμάτωσα. Έχασα τη ψυχραιμία μου. Έχασα τα λογικά μου. Αυτό που αποκαλούν οι ψυχίατροι, ΠΑΨ. Παροδική Αποδόμηση Του Ψυχισμού.
Γιατί είπατε; Είναι σοβαρό αυτό που λέω; Τι έφταιξε;
Μακάρι να ’ξερα. Ακόμη το ψάχνω. Τίποτα δεν είχε συμβεί που να δικαιολογεί αυτό το σμπαράλιασμα του νευρικού μου συστήματος και στη συνέχεια, αυτή την τρομερή μαχητικότητά μου.
Ίσα-ίσα που εκείνο το βράδυ, αισθανόμουν περίφημα.
Γύρισα σπίτι μου τρισευτυχισμένος.
Είχα καταβροχθίσει τέσσερα ολόκληρα σουβλάκια με ‘’απ’ όλα’’. Στου Θανάση. Ξέρετε τι θα πει με ‘’απ’ όλα’’ και στο Θανάση! Πίτα, γύρος, αλάτι, πιπέρι, ντομάτα, κρεμμύδι, μαϊντανός και τζατζίκι. Μπόλικο τζατζίκι. Καρπός απαγορευμένος για μένα. Casus Belli απ’ τη μέρα που πέρασα στο κεφάλι μου την κουλούρα. Μακριά απ’ την Μαρίκα μου το τζατζίκι. Αιτία διαζυγίου.
Άρπαξα την ευκαιρία που έλειπε για το κτηματάκι που σας έλεγα, άρπαξα και το κουνιαδάκι μου τον Στράτο και το ’ριξα στην κραιπάλη. Μπίρες και σουβλάκια με ‘’απ’ όλα’’.
Αργά το βράδυ, χτυπώντας ελαφρά την κοιλιά μου, για να απολαύσω τον ήχο που έκανε, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου απόλυτα ικανοποιημένος. Ρεύτηκα κάμποσες φορές, γεμίζοντας την κρεβατοκάμαρα σκορδίλα, γύρισα πλευρό και κουκουλώθηκα μέχρις επάνω.
Γιατί κουκουλώθηκα;
Χμ! Από ένα είδος ανασφάλειας που νιώθω από μικρός, με κάνει να κοιμάμαι κουκουλωμένος μέχρι το κεφάλι. Μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Πίσσα. Ποιος ξέρει από τι να θέλω να κρυφτώ.
Το ’χω συζητήσει και με φίλο ψυχαναλυτή. Από τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Μετά από τέσσερις συνεδρίες, αν άφηνα και κάποιο μικρό άνοιγμα για να μην σκάσω, το έκλεισα κι αυτό.
Είναι, μου είχε εξηγήσει, ένα παιδικό τραύμα. Είχαμε γυρίσει καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω ξεθάβοντας το σκοτεινό παρελθόν μου. Αλλά τζίφος η δουλειά. Ο φόβος, φόβος.
Όλο ένα χέρι μακρύ και μαλλιαρό βλέπω να σηκώνεται και να μου κλείνει το στόμα μέχρι να σκάσω από έλλειψη οξυγόνου.
Ο φίλος μου με ρώτησε αν μικρός που ήμουν, είχα κανένα μαλλιαρό παιχνίδι που κοιμόμουνα αγκαλιά μαζί του και που κάποιο βράδυ να είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου μέχρι ασφυξίας. Δεν θυμόμουν τέτοιο πράγμα.
Καμιά φορά αυτά τα τραύματα είναι καλά κρυμμένα στο υποσυνείδητο μας, είπατε;
Δεν αμφιβάλλω. Αυτό λέει και ο φίλος μου. Πρέπει να σκάψουμε βαθιά, λέει. Να φτάσουμε στον πυρήνα. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα. Εσείς θέλετε να μάθετε για τον εχθρό μου, έτσι δεν είναι;
Ωραία. Ήταν μια βραδιά που έκανε πολλή ζέστη. Που έβγαζες την μπέμπελη που λένε. Κι εγώ, ύστερα από τόσα σουβλάκια με ‘’απ’ όλα’’ και τόσες μπίρες, την αισθανόμουν και λίγο παραπάνω.
Δεν πέρασε λίγη ώρα, κι έτσι κουκουλωμένος, άρχισα να κολυμπάω στον ιδρώτα. Κολλούσα επάνω στα σεντόνια. Δεν άντεξα για πολύ. Αποφάσισα να βγάλω λίγο απ’ έξω το κεφάλι μου. Λιγάκι. Όσο το βγάζει η χελώνα απ’ το καβούκι της για να εποπτεύσει το χώρο. Όσο για να αισθάνομαι ασφαλής. Έλειπε βλέπετε και η Μαρίκα μου. Ηρωική απόφαση. Για μένα ήταν σαν την ‘’Έξοδο του Μεσολογγίου’’.
Τι είπατε; Αν έχω στο σπίτι αιρκοντίσιον;
Όχι δεν έχω. Δεν το θέλει η Μαρίκα μου. Φοβάται τη νόσο των Λεγεωνάριων. Από τότε που το διάβασε σε κάποια εφημερίδα, ότι υπάρχει και τέτοια νόσος, τέρμα το αιρκοντίσιον απ’ το σπίτι. Καλύτερα λίγο ζέστη παραπάνω μου ξεκαθάρισε, παρά να βρεθούμε σε κανένα νοσοκομείο. Πάρε μια βεντάλια, με συμβούλεψε, και κάνε αέρα.
Την πρώτη φορά, δεν ξέρω αν άκουσα και τόσο καλά. Πάντα διατηρώ μια μικρή επιφύλαξη. Μια ωτίτιδα που έχω περάσει μικρός μου έχει περιορίσει τα πρίμα. Ευτυχώς λέει ο γιατρός που δεν ήταν στα μπάσα η ζημιά γιατί θα το πήγαινα όλο, τι και τι.
Ανασηκώθηκα και άναψα το φως κοιτάζοντας έντρομος τριγύρω μου. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι σ’ αυτή την επιδρομή ήμουν εντελώς απροστάτευτος. Ο εχθρός μου θα με έβρισκε χωρίς πυρομαχικά.
Δεν ήταν που είχα ξεχάσει να βάλω στην πρίζα το εντομοαπωθητικό. Ήταν που είχε τελειώσει. Και σαν καλός νοικοκύρης είχα φροντίσει να το πετάξω στα σκουπίδια μαζί με κάτι πεπονόφλουδες. Δεν ήθελα να γυρίσει η Μαρίκα μου και να βρει σκουπίδια.
Αφουγκράστηκα με όλες μου τις αισθήσεις σε συναγερμό.
Αργά, προσεκτικά, επιθεώρησα τους τοίχους, το ταβάνι, τα φύλα της ντουλάπας, έχουν τα άτιμα και ένα χρώμα φούξια που είναι καλό κρησφύγετο για τον εχθρό μου, και στο τέλος, καθησυχασμένος που δεν άκουσα τίποτα και δεν είδα τίποτα, πεισμένος πως αυτό που είχα ακούσει ήταν αποκύημα της ταραγμένης φαντασίας μου και του φόβου που μου προκαλούσε εκείνο το τρομερό ζβιννννν, θαρραλέα, με το κεφάλι λίγα εκατοστά έξω, έκλεισα ξανά τα μάτια μου περιμένοντας να βυθιστώ σε γλυκά όνειρα.
Μάλιστα προσπάθησα να σκεφτώ και κάτι ευχάριστο.
Η πιο ηδονική εικόνα που έφτασε στο μυαλό μου ήταν τα παραγεμισμένα με μπόλικο τζατζίκι σουβλάκια. Αυτό ανέβασε το ηθικό μου και τόνωσε αφάνταστα το κουράγιο μου. Μπορώ να πω ότι έδειξα και λίγο θάρρος παραπανίσιο. Αντί να σκεπαστώ καλά-καλά και να αφήσω έξω μόνο τη μύτη μου, ίσα-ίσα για να μη σκάσω, άφησα ξεσκέπαστα τα τρία τέταρτα του κεφαλιού μου. Αυτό κι αν ήτα θάρρος. Αν με έβλεπε ο φίλος ο ψυχαναλυτής θα έλεγε πως σίγουρα είχα ξεπεράσει το παιδικό τραύμα που ακόμη δεν το είχαμε εντοπίσει.
Σε μια στιγμή σκέφτηκα να ανάψω και το φως. Το μετάνιωσα. Με το φως πάνω απ’ το κεφάλι μου δεν θα έκλινα μάτι όλη τη νύχτα.
Χαμογελάτε;
Είστε περιγραφικότατος.
Ευχαριστώ. Συνεχίζω. Όταν ξανάκουσα πάνω απ’ το κεφάλι μου το ξεκάθαρο πια ζβιννννν, πρέπει να είχαν περάσει μόνο τρία-τέσσερα λεπτά που τον είχα πάρει γλυκά-γλυκά.
Δεν ξέρω αν εσείς βλέπετε όνειρα;
Σπάνια.
Εγώ με το πρώτο. Στο τσεπάκι τα έχω. Μόλις κλείσω τα μάτια μου. Καμιά φορά νομίζω πως όλη τη νύχτα ζω μέσα σ’ ένα όνειρο. Βλέπω χιλιάδες όνειρα. Τις περισσότερες φορές είμαι και πρωταγωνιστής. Βλέπω απίστευτα πράγματα. Και το μόνο καλό είναι που τα περισσότερα ούτε που τα θυμάμαι.
Αυτό όμως που έβλεπα, τη στιγμή που άκουσα το ανατριχιαστικό ζβινννν σε χαμηλή πτήση πάνω απ’ το κεφάλι μου, το θυμάμαι ακόμη και σήμερα ολοζώντανο.
Θα σας έκανε εντύπωση.
Πολύ. Ήμουν, λέει, ανεβασμένος στην κορυφή ενός βουνού. Από κάτω μου, βογκούσε και άφριζε μια αγριεμένη θάλασσα. Νόμιζα πως τα κύματα θέλανε να σκαρφαλώσουν και να φτάσουν εκεί που στεκόμουν. Έκανα λέει το σταυρό μου τρομαγμένος όταν ξαφνικά γλίστρησα και άρχισα να κατρακυλάω. Δεν ξέρω που θα έφτανα. Μπορεί και να έπεφτα μες τα μανιασμένα κύματα και να πάλευα μαζί τους. Και σίγουρα, όπως γινόταν όλες τις φορές, θα έβγαινα νικητής.
Όμως… Εκείνο το εφιαλτικό ζβινννν κοντά στο αυτί μου, έκοψε το όνειρο στη μέση.
Τώρα που το σκέφτομαι, δεν μπορώ να μην πω πως ήταν ένα όνειρο σημαδιακό.
Τέτοιο φαίνεται. Σαν μια προειδοποίηση.
Μακάρι να το είχα δει έτσι. Κάτι θα γλίτωνα. Το αγνόησα. Ο εχθρός μου ήταν εκεί και καραδοκούσε. Μαθημένος από άλλες φορές, από χιλιάδες νικηφόρες μάχες με τον νυκτερινό εχθρό μου, πρόσεξα ώστε να μην κάνω καμιά άστοχη κίνηση και τον τρομάξω. Ήξερα την τακτική του πολέμου. Μόνο τα μάτια μου άνοιξα.
Σιγά-σιγά, έβγαλα το χέρι μου έξω και άναψα το φως. Χωρίς ανάσα σάρωσα όλη την περιοχή, με ιδιαίτερη προσοχή στα σημεία εκείνα που συνήθως ο εχθρός μου χρησιμοποιεί για κρυψώνες.
Χαμογελάτε;
Δεν είναι αστείο;
Αν δεν καταλήξεις εδώ, ναι. Είναι αστείο.
Δεδομένου ότι είχα ανοίξει αμέσως τα μάτια μου, υπολόγισα πως η πτήση του έπρεπε να ήταν σύντομη. Μικρή. Κανονικά έπρεπε να είναι περίπου ένα μέτρο στα αριστερά μου ή στα δεξιά μου. Το πιθανότερο ήταν να βρισκόταν σ’ ένα απ’ τα δυο κομοδίνα, ή στο κάτω μέρος της ντουλάπας.
Σάρωσα την περιοχή. Τίποτα.
Απογοητευμένος, έστρεψα τα μάτια μου στο ταβάνι. Δεν άφησα ούτε ένα πόντο. Είχε και μερικά σκοτεινά σημεία που έμεινα λίγο παραπάνω. Το φως μέσα στην κρεβατοκάμαρα δεν ήταν και τόσο άπλετο. Στην Μαρίκα μου άρεσε το ημίφως.
Τίποτα και στο ταβάνι. Αόρατος ο φοβερός εχθρός μου.
Κάτω απ’ το κρεβάτι πρόλαβε και κρύφτηκε, είπα, και απογοητευμένος, έφτιαξα μια ωραία κουκούλα γύρω απ’ το κεφάλι μου αφήνοντας απ’ έξω μόνο τη μύτη μου για να μη σκάσω.
Δεν πίστευα ότι θα προσγειωνόταν επάνω στη μύτη μου. Δεν θα τον άφηνε η σκορδίλα. Η μάνα μου έλεγε πως το σκόρδο και ο βασιλικός είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα.
Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει. Μπορεί μισό λεπτό, μπορεί και μία ώρα. Ξύπνησα και έμεινα με τα μάτια κλειστά. Τον ένιωθα επάνω στη μύτη μου. Ύπουλα, με σβηστή τη μηχανή, χωρίς ένα ζβινννν, είχε προσγειωθεί επάνω στη μύτη μου. Έντρομος, κούνησα δεξιά και αριστερά το κεφάλι μου ενώ ταυτόχρονα έδινα ένα χτύπημα στη μύτη μου με την παλάμη μου. Ήταν τόσο δυνατό, που φοβήθηκα πως έσπασε το κοκαλάκι.
Άναψα το φως και ανασηκώθηκα στην άκρη του κρεβατιού προβληματισμένος. Αν, σκεφτόμουν, έφτασε τόσο κοντά, ώστε να προσγειωθεί επάνω στη μύτη μου, η μάνα μου δεν είχε καθόλου δίκιο για την αποτελεσματικότητα του σκόρδου.
Κοιτούσα ένα γύρω αναποφάσιστος. Το καλύτερο, κατέληξα ύστερα από λίγο, ήταν να σηκωθώ και να ψάξω καλύτερα. Να ανάψω και το μεγάλο φως. Το μεσαίο.
Δεν είχα άλλη επιλογή. Όσο ο εχθρός μου κυκλοφορούσε ελεύθερος και ανενόχλητος μες την κρεβατοκάμαρα ύπνο δεν είχε.
Σηκώθηκα με τα νεύρα τεντωμένα. Η επικείμενη αναμέτρηση με ανέβαζε. Κοίταξα την ώρα. Ήταν μόλις δυο. Εντάξει, είπα φωναχτά, δεν είναι και τόσο αργά, και άρπαξα από κάτω την παντόφλα. Την θεωρούσα το καλύτερο όπλο. Το βαρύ πυροβολικό που λέμε. Σπάνια να αστοχήσεις με παντόφλα. Περίεργο, λες και είναι έτσι φτιαγμένες που να μην αστοχούν. Συμφωνείτε;
Αρκετά.
Άρχισα απ’ το πάνω μέρος του κρεβατιού ψάχνοντας προσεκτικά κάθε πιθανή κρυψώνα. Ανασήκωσα τις άκρες του σεντονιού και τις τίναξα με ορμή ώστε να κάνει ρεύμα αέρος. Αν κάπου εκεί κρυβόταν, θα πεταγόταν έξω. Για περισσότερη σιγουριά, χτύπησα και κάνα δυο φορές με την παντόφλα δεξιά και αριστερά. Τίποτα. Όχι κορόιδο είναι να κάτσει σε τόσο ευάλωτο σημείο, είπα, και τράβηξα για την ντουλάπα. Τζίφος και κει. Άρχισα να ψάχνω πίσω απ’ την κουρτίνα. Είναι ένα μέρος που ο εχθρός μου του έχει αδυναμία. Μέσα στις πτυχές του μπορεί να εξαφανιστεί. Τις τίναξα μερικές φορές και περίμενα. Κρατούσα την παντόφλα έτοιμη για δράση. Τζίφος και στην κουρτίνα.
Πάνω απ’ την ντουλάπα θα είναι, συλλογίστηκα, ή πίσω απ’ την σιφονιέρα. Πήρα απ’ το μπάνιο μια πετσέτα και άρχισα να την ανεμίζω. Πού θα μου πάει, όπου και να ’ναι θα τον ξετρυπώσω τον άτιμο, μουρμούρισα τσατισμένος. είπα τσατισμένος.
Με τον αέρα θα τον βγάλω έξω. Θα με παιδέψει λίγο αλλά στο τέλος θα τον εξοντώσω. Πού θα μου πάει!
Συνέχισα να ανεμίζω την πετσέτα επάνω απ’ την ντουλάπα, ενώ άρπαξα στο χέρι και το μαξιλάρι. Ήθελα κάτι πιο μεγάλο. Κάτι που να καλύπτει μεγαλύτερη επιφάνεια. Σε περίπτωση που τον ξετρύπωνα η παντόφλα δεν θα ήταν το καταλληλότερο όπλο για τον εχθρό μου εν πτήση. Η παντόφλα είναι περισσότερο αποτελεσματική σε σταθερό στόχο. Δοκιμασμένο όπλο.
Ξαφνικά γούρλωσα τα μάτια μου. Ήταν εκεί. Απέναντί μου. Στο πίσω μέρος του λαμπατέρ. Στο φως έβλεπα τη σκιά του. Μόνο που μου ήταν αδύνατο να το χτυπήσω χωρίς να πετάξω κάτω το λαμπατέρ. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να τον βγάλω από εκεί. Με κρατημένη την ανάσα έκανα ένα βήμα μπροστά. Επιτέλους είχα οπτική επαφή με τον εχθρό μου. Δεν τον πολεμούσα στο σκοτάδι. Έκανα ακόμη ένα βήμα και πήρα θέση δεξιά απ’ το λαμπατέρ. Κουνώντας την πετσέτα έκανα δυο τρεις προσπάθειες να τον διώξω. Την τρίτη φορά λίγο έλειψε να ρίξω κάτω και το λαμπατέρ. Ήταν δώρο του κουμπάρου. Εξάδελφος της Μαρίκας. Ένα μεγάλο κινέζικο βάζο που πάνω του είχε προσαρμοσμένο ένα σκούρο προς το μελιτζανί καπέλο που αναμμένο, έκανε ένα φως θλιβερό και απόκοσμο. Τσατσούμα, το καλύτερο κρύσταλλο, μας είχε πληροφορήσει χαμογελώντας ο εξάδελφος και κουμπάρος κι εγώ τον κοιτούσα κατάπληκτος νομίζοντας ότι μας κάνει πλάκα. Η Μαρίκα όμως το είχε περί πολλού. Όταν έριχνα καμιά παντοφλιά προς τη μεριά του έτρεμε.
Χρειαζόμουν ένα άλλο όπλο. Πιο αποτελεσματικό για τη θέση εκείνη. Έκανα ένα βήμα πίσω, μετά ένα άλλο και ακροπατώντας μπήκα στο μπάνιο. Σε μια άκρη η Μαρίκα είχε μια ξεσκονίστρα με κοντάρι. Ήταν στη θέση της. Την άρπαξα και γύρισα στον εχθρό μου μ’ ένα χαμόγελο θριάμβου. Ήταν ακόμη εκεί. Πλησίασα το λαμπατέρ με ανυψωμένο το κοντάρι. Όπως όταν κρατάμε μια τρίαινα και θέλουμε να βγάλουμε το χταπόδι απ’ τη φωλιά του.
Στην πρώτη επίθεση ο εχθρός μου σαν να κατάλαβε τον κίνδυνο μετακινήθηκε λίγο αριστερά και εγκαταστάθηκε στο χρυσό ρέλι που τελείωνε σε μακριά μαύρα κρόσσια. Ακούμπησα την άκρη απ’ το κοντάρι στα κρόσσια και έσπρωξα ελαφριά ενώ έσφιγγα το μαξιλάρι στο χέρι μου. Ο εχθρός μου κατάλαβε την πρόθεσή μου και αντί να πετάξει και να φύγει, χώθηκε ακόμη πιο μέσα. Έφτασε κοντά στη λάμπα. Ζοχαδιάστηκα. Εκείνη τη στιγμή νομίζω πως φούντωσε μέσα μου το μεγάλο μου ελάττωμα. Το πείσμα. Με τύφλωσε. Καμιά λογική. Μόνο πείσμα.
Τόσο πολύ;
Τόσο! Έχωσα το κοντάρι από κάτω. Τον έφτασα. Μάλιστα μου φάνηκε πως τον ακούμπησα και λίγο. Τον είδα που έκανε ένα-δυο γύρους στη λάμπα και ύστερα προσπάθησε να φύγει προς τη μεριά του τοίχου. Θεώρησα τη στιγμή ιδανική για να πραγματοποιήσω την επίθεση. Δεν γλιτώνεις, είπα, και χωρίς δεύτερη σκέψη εκσφενδόνισα το μαξιλάρι με όλη μου τη δύναμη σάμπως και θα σκότωνα κανένα βουβάλι. Έπιασα τοίχο αλλά μαζί, βρήκα και το κινέζικο Σατσούμα. Το είδα να ταλαντεύεται μια δεξιά και μια αριστερά. Έκανα μια βουτιά σαν τερματοφύλακας αλλά ήταν αργά. Το Σατσούμα έπεσε στο πάτωμα παρασέρνοντας μαζί του και ένα μικρό καθρέφτη.
Σηκώθηκα μ’ ένα πόνο στο καρπό. Έμεινα να κοιτάζω με φρίκη το σπασμένο Σατσούμα και τα συντρίμμια του μικρού καθρέφτη. Είχαν γίνει και τα δυο χίλια κομμάτια.
Δεν συνήλθατε;
Κάθε άλλο. Τα έσπρωξα με το πόδι στην άκρη και άρχισα να ψάχνω για το πτώμα του εχθρού μου. Ήμουν σίγουρος πως τον είχα πετύχει. Μετά από λίγο το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου. Κανένα σημάδι πουθενά. Κανένα πτώμα.
Έψαξα το μαξιλάρι μήπως και ήταν κολλημένο επάνω του. Τίποτα.
Δεν μπορεί, μουρμούριζα εκνευρισμένος, δεν μπορεί, τον πέτυχα τον άτιμο. Κάπου εδώ θα είναι. Κοίταξα κάτω απ’ τη σιφονιέρα. Τίποτα. Στάθηκα στη μέση του δωματίου κοιτάζοντας ακόμη μια φορά όλους τους τοίχους.
Μια φορά νόμισα πως τον είδα αλλά γελάστηκα. Ήταν σημάδι από παλιότερη μάχη.
Αποφάσισα να ξαναπέσω στο κρεβάτι. Ήταν μια παγίδα. Θα τον περίμενα ήσυχος με ανοιχτά τα μάτια. Ήξερα καλά πως θα ξαναγύριζε. Η μυρωδιά μου του άνοιγε την όρεξη. Αν δεν μου ρουφούσε το αίμα δεν θα ησύχαζε.
Στο χέρι μου, κάτω απ’ το σεντόνι κρατούσα την παντόφλα.
Δυσοίωνες σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό μου. Σκεφτόμουν και τα μούτρα της Μαρίκας μου μόλις θα έβλεπε την απουσία του Σατσούμα και τα πράγματα γίνονταν χειρότερα. Στο τέλος, τα βλέφαρά μου έπεσαν βαριά.
Πάλι σε όνειρο έπεσα. Πάλι έδινα μια μάχη που δεν την τελείωσα. Αυτή τη φορά μονομαχούσα για την τιμή μου.. Ήμουν λέει κάπου εκεί στα 1700. Φορούσα λέει στο κεφάλι μου μια κατάξανθη περούκα με μπούκλες μακριές. Και μια στολή όμοια με αυτή του Ντ’ Αρτανιάν. Και ήμουν στην υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητας του Βασιλιά της Ουτοπίας. Και κρατούσα ένα μεγάλο σπαθί που το γύριζα με μεγάλη επιδεξιότητα και ταχύτητα στον αέρα, και έκανα άλματα εμπρός και πίσω ξιφομαχώντας με κάποιον αόρατο εχθρό. Χτυπούσα στα τυφλά. Είχα κουραστεί υπερβολικά και αισθανόμουν το σπαθί μου να ζυγίζει πάνω από χίλιες οκάδες όταν ξαφνικά εμφανίστηκε εμπρός μου ο αόρατος εχθρός μου. Ήταν ένας μασκοφόρος ιππότης που κρατούσε στο χέρι του ένα κομψό ξίφος και σημάδευε το στήθος μου. Προσπάθησα να σηκώσω το σπαθί μου και να τον τρυπήσω στην καρδιά αλλά δυστυχώς, τα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο και έπεσα ανάσκελα στο έδαφος με τον εχθρό μου από πάνω μου να κραδαίνει το δικό του ξίφος και να με κοιτάζει μ’ ένα χαμόγελο σατανικό.
Δεν ξέρω τι απόγινε. Αν μου τρύπησε την καρδιά, όπως είχα εγώ την πρόθεση να του κάνω, ή αν μου πήρε το κεφάλι,. Στην πιο σημαντική στιγμή, στην κρίσιμη αναμέτρηση, που ή θα αποκαθιστούσα την τιμή του ονόματός μου ή θα έπεφτα τιμημένα στο πεδίο της τιμής, άκουσα το τρομαχτικό ζβιννννν τόσο δυνατά μες το αυτί μου, που πετάχτηκα επάνω χτυπώντας με την παντόφλα με τόση μανία δεξιά και αριστερά και με τόση δύναμη, που δεν άφησα τίποτα όρθιο επάνω στα κομοδίνα.
Έτρεμα. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Δεν θα έπεφτα ξανά το κρεβάτι αν δεν ξετρύπωνα τον εχθρό μου. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και άρχισα να σαρώνω απ’ την αρχή τοίχους και ταβάνι. Η έλλειψη του Σατσούμα ήταν φανερή. Αυτό το πολύφωτο στη μέση του ταβανιού ήταν μόνο για φιγούρα. Με μια εξηντάρα λάμπα το μόνο που έκανε ήταν να γεμίζει το δωμάτιο με ίσκιους.
Ξαφνικά ρίγησα ολόκληρος. Επιτέλους τον είχα δει. Ο θανάσιμος εχθρός μου ήταν εκεί. Τον έβλεπα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν στη αριστερή γωνία του δωματίου. Κράτησα και την αναπνοή μου. Ήταν ικανός να εξαφανιστεί και μόνο με το κλείσιμο του ματιού μου. Έπρεπε να καταστρώσω την επίθεσή μου και να είναι άμεση και αποτελεσματική. Νικηφόρα. Και το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να ξαναβρώ την ψυχραιμία μου. Να ηρεμήσω. Να έχω τον έλεγχο των κινήσεων μου. Να μη βιαστώ. Να μην αφήσω τον εχθρό μου να με παρασύρει σε ακρότητες όπως είχε γίνει με το πολύτιμο Σατσούμα. Να μην έχω άλλη απώλεια. Δεν ήμασταν αρκετά ψύχραιμοι κύριε Λάκη, είπα. Μπορούσες να πετύχεις καλύτερη βολή. Το έχεις ξανακάνει. Έχασες μια ευκαιρία. Δεν πρέπει να χάσεις κι αυτή. Στη γωνία τον έχεις στριμωγμένο. Φτάνει η μαξιλαριά να είναι ευθύβολη και αποτελεσματική. Τι στο καλό έκανε είκοσι μήνες στο πυροβολικό; Τόσες οβίδες έριξες κύριε Λάκη και όλες βρήκαν το στόχο τους.
Αναθάρρησα. Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να πάρει τα πάνω του. Φτάνει να θυμηθεί μερικές καλές στιγμές.
Στο νου μου έφτασαν όλες οι ένδοξες μάχες. Όλοι οι μεγάλοι στρατηλάτες και κατακτητές.
Σαν κι αυτούς, έτσι κι εγώ, έπρεπε να καταστρώσω μια επίθεση νικηφόρα. Και ποιος δεν πέρασε απ’ τη σκέψη μου. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Ο Αννίβας. Ο στρατηγός Μάρσαλ. Ο Αλεξάντερ. Ο Μέγας Ναπολέων. Ο Κουτούζωφ. Ο Μέγας Αλέξανδρος. Όλοι.
Ηρέμησα. Αυτή η περιπλάνηση στα πολεμικά μέτωπα μου έκανε καλό. Τώρα μπορούσα να αναμετρηθώ με τον εχθρό μου. Αυτός είχε φτερά και πονηριά κι εγώ παντόφλα και εξυπνάδα. Και πάνω απ’ όλα είχα ξαναβρεί την ψυχραιμία μου. Δεν θα μου γλίτωνε. Κοίταξα κλεφτά κατά τη μεριά του. Μου φάνηκε μεγαλωμένος και λίγο πιο μαύρος. Πιθανό να είχε μέσα του λίγο απ’ το αίμα μου απ’ την πρώτη του επιτυχή προσγείωση επάνω στη μύτη μου πριν του διακόψω το γεύμα του. Το πρωί θα ήξερα. Ένα μικρό κόκκινο σημάδι, θα στόλιζε την άκρη της μύτης μου.
Έκρινα πως ήταν το ιδανικό μέρος για μια σχεδιασμένη προσεκτικά επίθεση κατά μέτωπο. Αυτό το είχα διαβάσει. Ο καλός στρατηγός πρέπει να είναι γνώστης του πεδίου που θα δώσει τη μεγάλη μάχη. Τίποτα στην τύχη.
Προσεκτικά γύρισα ολόκληρος προς το μέρος του.
Τώρα τον έβλεπα καλά. Πράγματι ήταν εύκολος στόχος.
Μόνο που έπρεπε να τον πλησιάσω το λιγότερο στο ένα μέτρο. Ήταν η απόσταση που σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου και από την πείρα μου από άλλες αναμετρήσεις, εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη επιτυχία. Εκατό τις εκατό μπορώ να πω.
Ήξερα ότι με κατασκόπευε. Περίμενε κι αυτός υπομονετικά να δει τη δική μου αντίδραση για να οργανώσει κι αυτός την άμυνά του. Όλο μου το σχέδιο στηριζόταν στον αιφνιδιασμό. Να φτάσω στο ένα μέτρο χωρίς να του προκαλέσω φόβο.
Με κινήσεις προσεκτικές, άφησα κάτω την παντόφλα και πήρα στο χέρι μου το μαξιλάρι. Για να καλύψω την απόσταση έκρινα πως το καλύτερο ήταν να συρθώ στο πάτωμα σαν τους κομάντος. Στο πλάι του κρεβατιού. Το έκανα επιτυχώς. Σε λίγο ήμουν στην επιθυμητή απόσταση. Ένα μέτρο με χώριζε απ’ τον αδυσώπητο εχθρό μου.
Όλα τα πλεονεκτήματα της επικείμενης αναμέτρησης ήταν με το μέρος μου. Τον έβλεπα. Τον είχα στην επιθυμητή απόσταση, και πάνω απ’ όλα ήμουν τρομερά ψύχραιμός.
Σηκώθηκα αργά και πήρα θέση μάχης. Όλες μου οι αισθήσεις ήταν δοσμένες στη μεγάλη νυκτερινή αναμέτρηση. Τίποτα άλλο δεν σκεφτόμουν παρά μόνο τη βολή. Το χτύπημα αυτή τη φορά έπρεπε να είναι ακαριαίο. Να μην του δώσω καμιά ευκαιρία. Έκανα το σταυρό μου και επικαλέστηκα όλες τις αόρατες και ορατές δυνάμεις σ’ αυτή τη πολεμική επιχείρηση.
Το μαξιλάρι έφυγε απ’ το χέρι μου σαν να το είχε εξαπολύσει πολιορκητικός καταπέλτης.
Αν ήταν κάτι βαρύτερο, ενδεχομένως να είχε γκρεμίσει και τον τοίχο. Χαμογέλασα ευχαριστημένος, και απόλυτα ικανοποιημένος. Η βολή είχε εκατό τις εκατό επιτυχία.
Πήγα κοντά να δω και το αποτέλεσμα. Στον τοίχο δεν υπήρχε το παραμικρό σημαδάκι. Καλύτερα, είπα, δεν λερώσαμε κιόλας.
Σήκωσα το μαξιλάρι και το γύρισα απ’ την άλλη.
Έμεινα εμβρόντητος. Μου ήρθε κάτι σαν ζάλη. Το μαξιλάρι ήταν πεντακάθαρο.
Κανένα ίχνος του εχθρού μου. Ο άτιμος, φώναξα δυνατά, μου ξέφυγε. Σ’ ένα απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου μου είχε ξεφύγει και τώρα απ’ την καινούρια του κρυψώνα θα με κοιτούσε ειρωνικά. Χλευαστικά.
Τρελάθηκα. Από κει και πέρα δεν ήξερα τι έκανα. Όση ψυχραιμία είχα δείξει στην προετοιμασία για την τελική αναμέτρηση εξατμίστηκε στο λεπτό. Άρχισα να χτυπώ με το μαξιλάρι δεξιά και αριστερά σαν τρελός. Τίποτα δεν με συγκρατούσε πια.
Εκείνη τη στιγμή, επάνω στην τρέλα μου, ήταν που είδα τη σκιά του επάνω στον καθρέφτη της τουαλέτας. Τυφλωμένος, χωρίς να αναλογιστώ τις συνέπειες, άρπαξα το μικρό ραδιόφωνο που είχα επάνω στο κομοδίνο μου και το εκσφενδόνισα με λύσσα εναντίον του. Ο καθρέφτης έγινε κομμάτια.
Αυτό με αποτρέλανε. Με μάτια θολά κοίταξα γύρω μου. Τα είχα κάνει όλα γυαλιά καρφιά. Εκεί, σκεφτόμουν αργότερα, επάνω στο φορείο που με πήγαινε στο ασθενοφόρο, έπρεπε να είχα σταματήσει. Να είχα εγκαταλείψει τον άνισο πόλεμο. Να είχα φερθεί έξυπνα. Να παραδεχτώ την ήττα μου, να πέσω στο κρεβάτι, να κουκουλωθώ μέχρις επάνω και να κοιμηθώ.
Φευ! Δεν συγκρατιόμουν με τίποτα. Το θέαμα αντί να με συνεφέρει, να με καλμάρει, με έβγαλε εντελώς έξω απ’ τα ρούχα μου.
Και σήμερα ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πως έγινε αυτό. Μπορεί κιόλας να έφταιγαν και τα άστρα. Το είχα διαβάσει την περασμένη εβδομάδα στο ωροσκόπιό μου αλλά δεν είχα δώσει σημασία.
Είχε μέσα μια έμμεση προειδοποίηση. Παρθένος είμαι. Μια έκλειψη Σελήνης, έλεγε, που θα γίνει σ’ έναν ευαίσθητο απέναντι σας χώρο του ζωδιακού, μπορεί να προκαλέσει ένα μικρό χάος γύρω σας και να σας βγάλει απ’ το πρόγραμμά σας.
Αν είχα δώσει τη δέουσα σημασία, ίσως σήμερα να μην ήμουν φιλοξενούμενος στο στάβλο της Πριγκίπισσας Αικατερίνης.
Σαφής προειδοποίηση. Πώς και δεν το λάβατε υπόψη σας;
Το πείσμα. Είχα χάσει τον έλεγχο. Ο εχθρός μου ήταν ζωντανός κι εγώ άφριζα απ’ το κακό μου.
Στάθηκα στη μέση του δωματίου κοιτάζοντας γύρω μου ξετρελαμένος όταν ξαφνικά κατέβασα την πιο λαμπρή ιδέα.
Καμένη γη! είπα μέσα μου θριαμβευτικά. Καμένη γη ο Κουτούζοφ στη μάχη της Μόσχας, και ο Κολοκοτρώνης στην Πελοπόννησο, καμένη γη κι εγώ. Μόνο που εγώ δεν θα έβαζα φωτιά. Απλά, μια παραλλαγή της καμένης γης. Εγώ θα εφάρμοζα τη δική μου στρατηγική. Καμένη γη οι στρατηγοί. Έρημη γη εγώ. Θα άδειαζα το δωμάτιο. Δεν θα είχε που να κρυφτεί και τότε… Θα λογαριαζόμασταν.
Το κουδούνι χτύπησε ακριβώς τη στιγμή που άρχισα να εφαρμόζω το μεγαλοφυές σχέδιό μου.
Έσπρωχνα έξω την τουαλέτα της Μαρίκας μου.
Ήταν η πεθερούλα μου. Προφανώς είχε ακούσει τα σπασίματα νυχτιάτικα και ερχόταν να δει τι συμβαίνει.
Φαίνεται πως ήταν τέτοια η όψη μου που δύστυχη έκανε ένα βήμα πίσω γουρλώνοντας τα μάτια. Εγώ, αμίλητος αναμαλλιασμένος έσπρωχνα την τουαλέτα της Μαρίκας μου στο πλατύσκαλο.
Όπως η κρεβατοκάμαρα ήταν η πρώτη πόρτα αριστερά, μπαίνοντας απ’ την κυρία είσοδο, με βόλευε να την βγάλω στο κεφαλόσκαλο. Άλλωστε εκεί δεν ενοχλούσε. Το σπίτι μας ήταν ένα δίπατο χτισμένο το 1960 που από κάτω έμενε η πεθερούλα μου με το κουνιαδάκι μου και επάνω εγώ με την Μαρίκα μου.
Άφησα σύξυλη την πεθερούλα μου και έτρεξα μέσα.
Κάθε φορά που έβγαζα και ένα πράγμα έξω έκλεινα πίσω μου ξανά την πόρτα. Με κανένα τρόπο δεν ήθελα να μου ξεφύγει. Θα τους αφαιρούσα το πλεονέκτημα.
Έβγαλα στο πλατύσκαλο και το δεύτερο κομοδίνο.
Σειρά είχαν οι κουρτίνες. Χωρίς κρυψώνες θα σ’ αφήσω κάθαρμα φώναξα και άρχισα να κατεβάζω τις κουρτίνες. Τις έβγαλα έξω και της πέταξα επάνω στην τουαλέτα.
Λάκη τι κάνεις; Τι έχεις; Τι έπαθες; τραύλισε πεθερούλα μου που προφανώς είχε ξαναβρεί τη φωνή της.
Η ματιά μου την τρόμαξε. Το είδα στο βλέμμα της. Δεν ξέρω τι κατάλαβε, πάντως με κοιτούσε περίεργα. Μπορεί κιόλας να νόμιζε ότι μου είχε στρίψει. Δικαιολογημένα. Μόνο αφρούς που δεν έβγαζα απ’ το στόμα.
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και στάθηκα στη μέση του δωματίου. Μόνο το κρεβάτι υπήρχε καταμεσής και ένα κάδρο στο τοίχο του κρεβατιού. Το άρπαξα και το πέταξα έξω.
Και τώρα οι δυο μας κάθαρμα, μούγκρισα θριαμβευτικά κρατώντας την παντόφλα στο δεξί μου χέρι, ενώ με το αριστερό χτυπούσα με την ξεσκονίστρα κάτω απ’ το κρεβάτι.
Περίμενα έτοιμος για τη μεγάλη επίθεση. Δεν υπήρχε ούτε ένα μέρος να κρυφτεί. Κρανίου τόπος. Πέρασαν ένα-δυο λεπτά με τα νεύρα μου σε κατάσταση συναγερμού. Έτοιμα να σπάσουν. Ξαφνικά τα μάτια μου έπεσαν στο κουρτινόξυλο. Ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχα πετάξει έξω. Διάολε, είπα, πώς το ξέχασα; Έτρεξα πήρα το σκαμπό ανέβηκα επάνω και το έβγαλα. Μπροστά στα έκπληκτα και φοβισμένα μάτια της πεθερούλας μου το πέταξα επάνω στο σωρό και έτρεξα γρήγορα στο δωμάτιο. Άρχισα να χτυπάω με το ξεσκονόπανο δεξιά και αριστερά. Πέρασαν μερικά λεπτά χωρίς ο εχθρός μου να κάνει την παρουσία του. Μου άναψαν τα λαμπάκια.
Ξαφνικά με ζώσανε τα μαύρα φίδια.
Έφυγε, την κοπάνησε το κάθαρμα, φώναξα αφρίζοντας απ’ το κακό μου και αμέσως στο νου μου ήρθε ο πολυμήχανος Οδυσσέας και ο τρόπος που την κοπάνησε με τους συντρόφους του απ’ τη σπηλιά του Κύκλωπα.
Μου την κοπάνησε, φώναξα οργισμένος. Κάπου ήταν κρυμμένος. Σε κάποιο έπιπλο.
Βγήκα στο κεφαλόσκαλο με τα μάτια αγριεμένα. Η πεθερούλα μου τρομαγμένη έβαλε μια φωνή και έκανε ένα βήμα πίσω. Εγώ ξέσπασα επάνω στην τουαλέτα. Της έδωσα μια κλοτσιά αψηφώντας τον πόνο και την έσπρωξα πίσω.
Αυτό ήταν. Είχε σημάνει το Βατερλό μου. Η καταστροφή μου. Όπως η τουαλέτα δεν στεκόταν και πολύ καλά στο κεφαλόσκαλο έγειρε, κι εγώ χωρίς να μπορώ να κρατηθώ πουθενά, παρασύρθηκα μαζί της στο κατήφορο. Η πεθερούλα μου τρόμαξε τόσο πολύ που δοκίμασε να με πιάσει απ’ την φανέλα. Έμπλεξε το χέρι της και με ακολούθησε στον κατήφορο. Μπροστά εγώ, πίσω μου η τουαλέτα της Μαρίκας και από πίσω η πεθερούλα μου αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια σε μια ανεξέλεγκτη πτώση. Σταματήσαμε επάνω στο κουνιαδάκι μου τον Στράτο που μόλις είχε πεταχτεί έξω ακούγοντας το θόρυβο.
Φοβερό! Ούτε τρένο να σας είχε χτυπήσει. Και όλα αυτά για ένα κουνούπι!
Και το χειρότερο, εκείνο που δεν ξέρετε, είναι που η Μαρίκα μου έχει καταθέσει αίτηση διαζυγίου. Σας το άφησα τελευταίο.
Είμαι τρελός λέει, για δέσιμο. Δεν θέλει ούτε να με ξαναδεί στα μάτια της. Αυτά μου παράγγειλε με τον κουμπάρο.
Πώς είπατε; Δεν έχετε ξανακούσει πιο τρελή ιστορία;
Το ξέρω. Όμως τώρα σας αφήνω. Θα κουκουλωθώ. Μόλις άκουσα ένα περίεργο θόρυβο.

σεραφείμ βάγιας
συγγραφέας

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@Σεραφείμ
Ο κύκλος του παράλογου, ενταγμένος στον κύκλο της καθημερινότητας, σ' όλο του το μεγαλείο ,μαζί με τα σοκαριστικά απρόοπτα!!

Βάνα Κ. είπε...

Kύριε Βάγια, το απόλαυσα!
Παραστατικώτατο, τρελλό, γέλασα!
Αναρρωτιέμαι,από που να ερχόταν ο τελευταίος θόρυβος..Α'..Δεν πάει άλλο. Άστο να ζήσει. Ιδρωκόπησα τρέχοντας απο πίσω του.
Βάνα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος