Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

Πάσχα Πάθος Ποιητής


...Όταν ο Θάνατος υποκλίνεται στη ζωή

Τις πιο μεγάλες στιγμές του Θεού – Ανθρώπου εκφράζει η τέχνη της Ποίησης:


«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων Βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…»

Και αλλού:
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;

Ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη;

Και αλλού:
Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας (που νίκησε τον θάνατο με θάνατο!!) και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

Και τέλος:
…αύθις εκ του τάφου/ ωραίος δικαιοσύνης/ ημίν έλαμψεν ήλιος.

Τη μεγάλη αυτή Ποίηση, που εμπνέεται από τον Έρωτα προς τον Μέγα Ποιητή,
πλαισιώνουν η μουσική και η μοναδική εικαστική τέχνη της αγιογραφίας.


Έτσι λοιπόν,
οι τέχνες αυτές, γίνονται τα εργαλεία του Θεού και του Ανθρώπου, σε μια
προσπάθεια να πλησιάσει ό ένας τον άλλον!

ΛΑΜΠΡΗ-νθείτε! έστω και προσωρινά Έλληνες!




Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 29, 2010

Ο ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ

Τιμώ το ανεξάρτητο πνεύμα του Νίκου Δήμου και τη φρεσκάδα της σκέψης του.
Ο Νίκος Δήμου έχει ένα τεράστιο και ποικίλο συγγραφικό έργο, πασίγνωστο στην ελληνική κοινή γνώμη. Εκείνο όμως που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι η ποίησή του. Παραθέτω λοιπόν ένα δείγμα από το βιβλίο του «Σκοτεινός Θάλαμος» που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου το 1983, και είχα τη χαρά να το λάβω, τότε, από τον ίδιο τον ποιητή.


Φαίδων Θεοφίλου


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΙΙ


Ο ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΩΝ ΓΑΤΩΝ

Του Νίκου Δήμου


Ποιος χάιδεψε ποτέ τους γάτους
των νεκροταφείων;
Οι φύλακες τους κλωτσάνε
οι παπάδες το ίδιο
οι συγγενείς κλαίνε
και οι νεκροί-

οι νεκροί σιγολιώνουν σιωπηλοί μέσα στο χώμα.

Και οι γάτοι γυρίζουν, γυρίζουν
ανάμεσα στους τάφους
βρώμικοι, πειναλέοι
μακάβριοι
άγριοι
έχοντας εμπιστοσύνη μόνο στους νεκρούς.
(μόνο οι νεκροί δεν κλωτσάνε).

Όταν βγαίνει ο ήλιος παριστάνουν συχνά
τα επιτύμβια γλυπτά
ακίνητοι στο υψηλότερο σημείο
ενός μνημείου.

Πρέπει να είναι οι πιο αυτόνομοι γάτοι.
Τόσοι πολλοί
μια πολιτεία υπέργεια
παράλληλη
με την υπόγεια των νεκρών.

Τη νύχτα ουρλιάζουν και συνουσιάζονται
πάνω στις πλάκες.
Τη νύχτα κανείς δεν τολμά να ταράξει
τους νεκρούς
ή τη μακρόσυρτη οδυνηρή
ηδονή.

Άγρια ελευθερία
αγορασμένη από το μηδέν
με πείνα.
Οικιακά ζώα
χωρίς οίκους-
έξω από τους οίκους των μαυσωλείων
ερμητικά κλειστούς
μη διαπηδήσει
θάνατος στη ζωή.

Καμιά στέγη
(τα κυπαρίσσια ανελέητα ορθά)
κι όταν βρέχει
οι γάτοι που μισούν το νερό
όσο εμείς το θάνατο
στήνονται στωικά
-σταγόνα σταγόνα
ως το κόκαλο.

Εγώ, αντί για κόλλυβα στους νεκρούς
(που δεν τρώνε)
πηγαίνω φαγητό στους γάτους
που καταβροχθίζουν.

Κι ανάμεσα στους συγγενείς των πεθαμένων
κυκλοφορώ
ο συγγενής των γάτων

που είναι άγριοι και μόνοι
και ποτέ δεν μ’άφησαν
να τους χαϊδέψω.

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

Η ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΟΥΣ

Από 15 Ιουνίου 2010
κυκλοφορεί
από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
.
Το βιβλίο περιλαμβάνει Μία Νουβέλα: "Θάλαμος 810"
Μια τρυφερή ιστορία: "Η Νεκροφάνεια του Πέους"
Μια μικρή ιστορία σαν μεγάλη: "Επαμεινώνδας Καλλικράτους"
Κι ένα αφήγημα της ανάσας: "Το χρωματιστό κορίτσι"

Το στίγμα του βιβλίου όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο:

Αρρενωπός συλλογισμός. Τρυφερά πλασμένα ανδρικά πρόσωπα…
Ο Σωτήρης, ο πατέρας της Ναταλίας, ο κρατούμενος στρατιώτης, ο Μανώλης, ο Χάρης-ο χειρουργημένος άνδρας-που θα μπορούσε να μην έχει όνομα για να είναι όλοι οι άνδρες μαζί. Είναι οι χορογράφοι της ανδρικής περπατησιάς… οι διευθυντές ορχήστρας των «ανδρικών συναισθημάτων»…
Οι παρουσίες, της Σοφίας, της Ναταλίας, της Αντιγόνης, της Ναυσικάς, της Νίκης, υπογραμμίζουν με εναργή και διάφανο τρόπο το εύρος και την λειτουργία αυτών των συναισθημάτων.
Πρόσωπα που η ζωή τούς χαρίζεται με το πιο πολύτιμό της δώρο, την αξιοπρέπεια. Τους δίνεται σε μια παράδοση σπαραχτικά απλή γι αυτό και σπάνια. Ο έρωτας παραμονεύει παντού… αυτός κάνει σημαντικό το θάνατο όσο και την ζωή τους.
Η στέρεη και κοφτή γραφή , ο ποιητικά αποσταγμένος λόγος, γίνονται εργαλεία διείσδυσης στον ανθρώπινο ψυχισμό. Σαν αόρατος άλλος, ο συγγραφέας, διαπερνά τους τοίχους και αποτυπώνει σε εναλλασσόμενες εικόνες τα γεγονότα. Πλοκή κινηματογραφική, με μια κάμερα-αχόρταγο μάτι-να ακολουθεί τα διαδραματιζόμενα σαν να είναι τα τελευταία πλάνα ζωής που θα δει…
Και στο τέλος-ως επίμετρο δροσιάς-ένα χρωματιστό κορίτσι… τρυφερή αντίστιξη στις αρσενικές φιγούρες που προηγήθηκαν.

Ε. Λ.****************************************************************
Διάθεση του βιβλίου: Από τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, π.χ. Ελευθερουδάκης, Ιανός (Αθήνας και Θεσσαλονίκης) Παπασωτηρίου, Πολιτεία, Πρωτοπορεία κ.λ.π. Αλλά και από τα μικρά συνοικιακά βιβλιοπωλεία όλης της χώρας μπορεί να γίνει παραγγελία και να είναι διαθέσιμο το βιβλίο σε μία μέρα.

Άλλος τρόπος διάθεσης: Από το site του εκδοτικού οίκου ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ:
www.alexandria.publ.gr (Αγορά στο site συμπλήρωση ονόματος και διεύθυνσης για αποστολή στο σπίτι σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό με αντικαταβολή και επιβάρυνση ταχ/κών.
'Η απευθείας παραγγελία τηλεφωνικά στον εκδοτικό οίκο: 210 3806305 για αποστολή στο σπίτι.
Η τιμή του βιβλίου είναι 10 Ευρώ. Σελίδες 136
'Αλλα βιβλία του Φαίδωνα Θεοφίλου από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ:
Ο ΤΡΟΦΙΜΟΣ- Μυθιστόρημα -Τιμή 12 ευρώ σελίδες 187
Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ - Διηγήματα -τιμή 9 ευρώ σελίδες 96
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ - Ποιητική σύνθεση - τιμή 8,5 ευρώ σελίδες 40
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΗΘΥΜΝΑΣ- Ποιητική σύνθεση με 11 σχέδια του ζωγράφου Αριστομένη Τσολάκη -τιμή 9,5 ευρώ σελίδες 64

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2010

ΛΥΠΟΥΜΕΝΟΣ, ΑΕΙ ΔΕ ΧΑΙΡΩΝ*





Θα ξανάρθω κάποιαν άνοιξη


σαν πράσινο φύλλο,


σαν αναστάσιμο πουλί αποδημητικό


να συναντήσω αυτό το ατίθασο αεράκι


που κάποτε περιέβαλλε το σώμα μου.


Τις λέξεις που φύτεψα


να τσιμπολογήσω διακριτικά,


έτσι, χωρίς συναίσθηση πως πάλι


στον ίδιο κύκλο ξαναμπαίνω...

*Φαίδωνα Θεοφίλου: Από τον κύκλο της κοντινής ξαδέλφης

Φωτό: Φ. Θεοφίλου


Πέμπτη, Απριλίου 22, 2010

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Εδώ θα αναρτώ πότε-πότε ποιήματα φίλων που θα επιλέγω προσωπικά. Έτσι ώστε να παρουσιάζω τις πιο καλές στιγμές από το έργο τους, αλλά και να συστεγαζόμαστε σε μια καλή παρέα που δεν τελειώνει. Οι πολύ γνωστοί και υπερβολικά προβεβλημένοι ποιητές, είναι, υποθέτω, παρόντες σε κάθε σπίτι και σε κάθε πολιτιστικό κέντρο των Δήμων που προγραμματίζει εκδηλώσεις με βαρύνουσα κουλτούρα. Εγώ θα σας γνωρίζω τους φίλους μου ποιητές που είτε μοιραστήκαμε ένα μέρος της ζωής μας είτε τους θεωρώ φίλους μου επειδή η ποίησή τους μας φέρνει κοντά. Φυσικά θα είμαι κι εγώ παρών με δικά μου ποιήματα στην παρέα και όσοι πιστοί προσέλθετε.

Φαίδων Θεοφίλου



Θανάση Βενέτη




Ο ΚΟΣΜΟΣ




Καθημερινά ανακαλύπτω ρωγμές


στο σώμα μου


Ο πατέρας που επέστρεψε


χωρίς ποτέ να εμφανιστεί.


Η μάνα που χάθηκε


χωρίς ποτέ να λείψει.


Η αδερφή που καπνός ήταν


και καπνός παρέμεινε.




Πέφτουν σοβάδες στα όνειρα


και υγρασία στα θεμέλια.




Το χάος στους αρμούς μου αυξάνεται


καθώς οι θάλασσες που πέρασα ξεράθηκαν


καθώς τα σύννεφα που ήπια


ξαναφάνηκαν.




Μένει η αγάπη:


χαμογελά- κι εκεί αρχίζει ο κόσμος


εκεί και τελειώνει.




Ένας κόσμος μικρός - σαν το σώμα μου.


Αόρατος - σαν τα δάκρυά μου.
















Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΡΑΤΟ, ΕΙΜΑΙ 70 ΧΡΟΝΩΝ

Προδημοσίευση από τον Πρόλογο, του ανέκδοτου Μυθιστορήματος "Η ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ"
του Σπύρου Δαρσινού

Με λένε Στράτο, είμαι 70 χρονών , τα πρώτα τριάντα χρόνια τα έζησα στην χώρα που γεννήθηκα -και που την λένε Ελλάδα - και τα άλλα σαράντα σ’ ένα σπίτι στο Τενεσί που είναι στο τέλος απόκεντρου δρόμου. Πίσω από το σπίτι είναι μια λίμνη με αγριόπαπιες και γλάρους που απογειώνονται από τις όχθες της και χάνονται με σχεδιασμούς στους ορίζοντες .
.
Το σπίτι έχει τσιμεντένια θεμέλια, τοίχους και σκεπή ,όπως και οι φυλακές. Εμένα δεν μου αρέσουν τα τσιμεντένια θεμέλια, τα τείχη και οι σκεπές
Το πρώτο με καρφώνει και τ’ άλλα δύο και δεν μ’ αφήνουν να πετάξω με τους γλάρους .

.
Λένε ότι είμαι ιδιότροπος ,αλλά εγώ είμαι 70 χρονών, τα 30 στη χώρα που γεννήθηκα -και που την λένε Ελλάδα -και τα άλλα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος του δρόμου …..

.
Το σπίτι, (όχι «μου» σκέτο σπίτι ,το «μου» είναι εταίρα) δεν έχει περίφραξη , δεν μου αρέσουν οι περιφράξεις, είναι φτιαγμένες με αγκαθωτά «μου»

.
Έχεις ιδιοτροπήσει μπαμπά, μου είπαν προχθές τα παιδιά μου, και μου το είπαν επειδή δεν έφαγα γάλο την ημέρα των «ευχαριστιών» Δεν ξέρω πως ευχαριστείς το θεό με το σφάξιμο του γάλου .

.
Λένε ότι είμαι ιδιότροπος , αλλά εγώ είμαι 70 χρονών ,τα 30 σε μιά χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα και τα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος ενός δρόμου που πνίγεται στη λίμνη
Δεν υπάρχουν άλλα σπίτια γύρω από το σπίτι . Δεν ήθελα να ήταν άλλα σπίτια, δεν θέλω να με βλέπουν όταν δραπετεύω στα φτερά των γλάρων.

.
Μπροστά, και ψηλά σε δύο λόφους, είναι μιά συνοικία με κλειστά παράθυρα για να μην μπαίνει η ομίχλη . Δεν μου αρέσει ομίχλη, είναι οι ανάσες ενός σύννεφου που πέθανε πριν γίνει βροχή.
Λένε πως είμαι ιδιότροπος , αλλά εγώ είμαι σαράντα χρόνια κλεισμένος ανάμεσα σε απρόσωπους λόφους , σε ομίχλες και λιμνασμένα δάση.

.
Το σπίτι , όπως είπα, δεν έχει περίφραξη , έχω φυτέψει στις τρεις πλευρές του 70 πεύκα (όχι σύνορα, πλευρές , τα σύνορα είναι χαρακιές σε ψυχές) Ναι 70, όσα και η ηλικία μου ,τα πρώτα 30 σε μία χώρα που την λένε Ελλάδα και τα 40 εδώ σε τούτο τον βάλτο
Τα τριάντα τα φύτεψα στην πρόσοψη του δρόμου -όσα και τα χρόνια που γεννήθηκα και έζησα σε μία χώρα που την λένε Ελλάδα , και τα 40 τα φύτεψα στη δεξιά και αριστερή πλευρά -όσα και τα χρόνια μου σε τούτα τα μέρη που τα δάση δεν έχουν ρίζες γιατί ποτέ δεν διψάνε.

.
Στην πίσω πλευρά του οικοπέδου δεν έχω φυτέψει πεύκα , θέλω να βλέπω τη λίμνη που ενώνεται με την άλλη ,και την άλλη και τα πελάγη…..

.
Με τα βήματα της σιωπής μου έχει φτιαχτεί ένα μονοπάτι στις πλευρές του οικοπέδου -εκτός από της πρόσοψης , εκεί δεν περπατάω , δεν θέλω να περπατάω.Δεν θέλω να κοιτάζω τα 30 πεύκα που φύτεψα για τα 30 χρόνια στη χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα
Είσαι ιδιότροπος , εσύ τα φύτεψες, μου λέει η γυναίκα μου.
Δεν απαντάω….

.
Όταν κόβω το χορτάρι στα πόδια των 30 πεύκων δεν πλησιάζω κοντά τους Ματώνουν εύκολα ….
Μιά μέρα έσπασε ο δυνατός αέρας ένα κλαδί τους.
Το έθαψα στην άκρη της λίμνης που απογειώνονται οι γλάροι…..
Γιατί το έθαψες ; με ρώτησε η γυναίκα μου όταν μπήκα στο σπίτι
Δεν της απάντησα .
Είναι το σώμα σου , είναι η αρχή σου, μου είπε με σκυμμένο κεφάλι,
Δεν μίλησα ….
Τελευταία σε βλέπω να κρυφοκοιτάζεις τα 30 πεύκα από τις κουρτίνες του μπροστινού παραθύρου ,μου είπε χαμηλόφωνα
Πάλι δε μίλησα
Έφυγε από το δωμάτιο.
.
Δεν ξέρω αν λέει αλήθεια γυναίκα μου, φοβάμαι όμως ότι μπορεί να είναι και έτσι Γιατί, είναι φορές που νιώθω ότι με πιάνει από το χέρι ένα παιδί και με πάει στο παράθυρο. Άκουγα την ανάσα του προχθές που έθαβα το κλαδί. Τι θέλει ; Δεν ξέρω τι θέλει και ….ούτε θέλω να μάθω. Θα το διώξω άμα ξανάρθει. Θα το διώξω . Εγώ έχω τους γλάρους που έχουν φτερά……

.
Λένε πως είμαι ιδιότροπος, αλλά εγώ είμαι 70 χρονών, τα 30 στη χώρα που γεννήθηκα και που την λένε Ελλάδα και τ’ άλλα 40 σ’ ένα σπίτι στο τέλος του δρόμου …Και …… δεν έχω φτερά.




Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2010

ΕΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΠΟΙΗΣΗ

Μάλιστα. Ένας αγρότης γράφει ποίηση.
Όχι μεγαλοαγρότης σαν αυτούς που κλείνουν τις εθνικές οδούς και λένε θέλουμε τα λεφτά εδώ και τώρα. Ένας απλός αγρότης που κατοικεί μόνιμα σ’ ένα ορεινό χωριό 1000 κατοίκων της Λέσβου. Ένα αγρότης που γράφει ποίηση, επιβεβαιώνοντας έτσι
ότι άλλο πράγμα η μόρφωση και άλλο η ψυχική καλλιέργεια.
Όταν η γνώση και η μόρφωση δεν επιδρούν και δεν διαμορφώνουν το ήθος εκείνου που σπούδασε, αλλά αποτελούν ένα αποθηκευμένο υλικό πληροφοριών στο ταξινομητήριο που λέγεται εγκέφαλος, τότε αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι καλλιεργημένοι. Μάλιστα συχνά παρατηρούμε στη ζωή μας, πολυπτυχιούχους που δρουν και συμπεριφέρονται ως πιράνχας χωρίς φραγμούς και όρια. Τι τους έδωσε τότε η μόρφωση;
Από την άλλη δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων με βασική εκπαίδευση που αυτομορφώνονται, επιλέγοντας τη γνώση που ταιριάζει στη κλίση τους. Σ΄αυτούς επιδρά η γνώση, γιατί διαθέτουν εύφορη ψυχή και πνεύμα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι καλλιεργημένοι. Και πολλές φορές νομίζουμε ότι είναι υψηλής μόρφωσης άνθρωποι.
Είναι που το ήθος και η εσωτερική τους καλλιέργεια υπερκαλύπτουν την έλλειψη των σπουδών.
Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο σημερινός αγρότης-ποιητής. Διαβάστε λοιπόν
.





Λίγο πριν χειμωνιάσει

Του Δημήτρη Σαχτούρη


Πεσμένα φύλλα παντού.
Μελαγχολικά , ανικανοποίητα
για τη δροσιά που δεν δώσανε
και την ισκιάδα που δεν κάνανε.
Εικόνες και σημάδια να ξεθωριάζουν
σιγά- σιγά στο μυαλό
και να τρυπώνουν στα θολάμια της ψυχής
απ’ το καλοκαίρι που δεν προλάβαμε.
Φθορά, σκόνη και παρακμή,
κι ο σινόπωρος .
Βολβοί λουφιασμένοι
μήνες ολόκληρους στο καυτό χώμα
με την πρώτη ψιχάλα, βελόνες αμέτρητες
να τρυπάνε τη φλούδα της γης
και να καρφώνονται στους ιστούς των αιώνων.

Οκτώβρης 2009


Ο Δημήτρης Σαχτούρης γεννήθηκε το 1954 στο χωριό Άγρα της Λέσβου.
Ένας άνθρωπος με δίψα για μάθηση και μεγάλη αγάπη για την ποίηση.
Τα χρόνια εκείνα το να σπουδάσει κάποιος και ιδιαίτερα ένα παιδί από
ένα ορεινό χωριό, όπως είναι η Άγρα ήταν μεγάλη πολυτέλεια, πρόσβαση
σε ανώτερες σπουδές είχαν όσοι διέθεταν οικονομική δυνατότητα, αλλά
πέρα από αυτό και η νοοτροπία που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια με τους
γονείς να θέλουν τα παιδιά τους στα χωράφια.
Έτσι ο Δημήτρης Σαχτούρης τελειώνοντας το δημοτικό, έμεινε στο χωριό
του και σήμερα ασκεί το επάγγελμα του αγρότη. Έχει μια θαυμάσια οικογένεια και δυο υπέροχα παιδιά.

*Ευχαριστώ τον φίλο Παναγιώτη Ιντζιρτζή που μου έδωσε το ποίημα και τα στοιχεία.







Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΦΕΓΓΆΡΙ

.


.
Δεν ήξερα
.
ότι ο Θάνατος
.
παραμονεύει μειδιώντας
.
εκεί που δυναμώνουν τα αισθήματα…
.
Έχοντας πιει μισό μπουκάλι
.
άφησα τ’ άλλο μισό
.
να το κοιτάς από ψηλά, να φέγγεις.
.
Οι σκέψεις ναρκισσεύονταν
.
στο στήθος μου
.
σαν το δοξάρι στο βιολί
.
ενώ τα αισθήματα έπιαναν χορό
.
τραγουδώντας μου εκείνο το:
.
«Τα αισθήματα αξίζουν
.
μόνο σαν κινδυνεύουν να χαθούν»
.
κι ήταν η απ’ έξω μου Σιωπή
.
τόσο παράφορη,
.
που σκιάχτηκεν ο Θάνατος.
.
Οπισθοχώρησε δυο βήματα,
.
κι έχασε το μειδίαμ’ απ’ τα χείλη…

Φαίδωνα Θεοφίλου
Από τον κύκλο της Κοντινής Ξαδέλφης (Σαπφώ)







Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010

Η Ποίηση της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΥΧΤΑΣ - Απόσπασμα


Φαίδωνα Θεοφίλου
Απόσπασμα από τη σύνθεση ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

…Δε χρειαζόμαστε άλογα
ούτε και σύννεφα.
Η περπατησιά μας
πιότερη από καλπασμό.
Γεννηθήκαμε με τις στολές
της διείσδυσης και της πορείας
φορεμένες ανάποδα
στ’ όνομα της παραπλάνησης.
*
Η χώρα ταξιδεύει μεσ’ τη νύχτα
με τα’ όνειρο σφιχτά.
*
Στο λογικό τετράγωνο της νύχτας
το πνεύμα κροταλίζει:
Φέρνω δρόμο για ταξίδι
με πλάνες αστραφτερές,
με μνήμες έγχορδες
που σπαράσσονται με το θάνατο
*
Εκκίνηση από τη μνήμη μηδέν
Χωρίς αιώνια τραύματα
και νομίμως κληρονομημένη δόξα.
Εκκίνηση με πλάνες αμφίστομες
που όμως,
το νοικοκυρεμένο κενό
για πάντα αποχαιρετούν…
*
Ψέλνουν οι αναμνήσεις
με τα όργανα της σιωπής.
Η Ιστορία τρίβει τα χέρια της
και γεμίζουν τα κοιλώματα της νύχτας
από έγχρωμα γεγονότα.
*
Οι ασφάλακες καταθέτουν ρίζες ξερές
στο ιερό της νύχτας,
αντίδωρα της γαλήνης.
Ξετυλίγονται τα γεγονότα
εκτοπλάσματα ψαλμωδίας
κι ο αρχαίος παππούς νυκτοπορεί
καρφώνοντας στο χώμα την υπομονή του…



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 17, 2009

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Φαίδωνα Θεοφίλου
Ασκούμαι:
.
..
Στη βροχή.
..
.
Στον άγριο άνεμο.
.
..
Στο χιόνι.
.
..
Για την επανάσταση:
.
..
Του ενός ...



Φαίδωνα Θεοφίλου: Από τον κύκλο της κοντινής ξαδέλφης

Οι πίνακες είναι του Πέτρου Ζουμπουλάκη

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2009

ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ

Ο Αλέξης Σεβαστάκης και ο Φαίδων Θεοφίλου
Οι φωτογραφίες ανήκουν στην χρονική περίοδο που αλληλογραφούσαμε

Η φιλία μου με τον Σαμιώτη συγγραφέα Αλέξη Σεβαστάκη είχε κάτι το ξεχωριστό: Δεν ειδωθήκαμε ποτέ! Γίναμε όμως φίλοι μέσα από τα βιβλία μας και την αλληλογραφία μας. Αλληλογραφούσαμε σα να γνωριζόμαστε από δεκαετίες. Αλλά υπάρχει καλύτερος τρόπος να γνωρίσεις βαθύτερα έναν άνθρωπο, από τα ίδια του τα βιβλία; Για όσους δεν γνωρίζουν τον Αλέξη Σεβαστάκη, θα προσθέσω με συντομία, ότι ήταν δικηγόρος και διδάκτωρ της νομικής του πανεπιστημίου Αθηνών. Συγγραφέας του μυθιστορήματος «Το σφαγείο» που έγινε και τηλεοπτική σειρά. Έγραψε θεατρικά έργα και δοκίμια, διηγήματα, επιστημονικά θέματα κ.λ.π. Η ζωή του ήταν γεμάτη από κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες αλλά και συνεχείς διώξεις. Πολιτεύθηκε με την Ε,Δ,Α. και τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου. Υπήρξε ένας άνθρωπος υψηλού ήθους με οικουμενικό πνεύμα. Αγάπησε πολύ το νησί του τη Σάμο, όπου ζούσε και δικηγορούσε.

Μια φορά λοιπόν, το έφερε η τύχη από την Αθήνα να βρεθώ στη Σάμο, ως εκπρόσωπος της AUSTRIAN AIRLINES στην οποία εργαζόμουν , για να κάνω μια τεχνική έκθεση για το αεροδρόμιο της Σάμου, για τα κεντρικά γραφεία της Βιέννης , ώστε να ενημερωθούν επίσημα και υπεύθυνα για τις δυνατότητες του αεροδρομίου, αφού είχαν κατά νου να κάνουν δρομολόγια Charter, Βιέννη-Σάμο-Βιέννη. Ταυτόχρονα θα υποδεχόμουν στο αεροδρόμιο της Σάμου το πρώτο αεροπλάνο της εταιρείας μας χωρίς επιβάτες αλλά με 6 πληρώματα που θα έκαναν προσγειώσεις και απογειώσεις εξοικείωσης , ώστε να μάθουν τις ιδιαιτερότητες αυτού του αεροδρομίου. Εγώ λοιπόν θα ήμουν ο άνθρωπός τους στην Ελλάδα που θα τους βοηθούσε σε όποιο πρόβλημα είχαν. Αφού λοιπόν τα πληρώματα έκαναν ό,τι έπρεπε για 4 ώρες, θέλησαν να ξεκουραστούν. Βρήκα λοιπόν ευκαιρία, πήρα ένα ταξί από το Πυθαγόρειο , και…σφαίρα για το Καρλόβασι να συναντήσω τον Αλέξη Σεβαστάκη στο γραφείο του. Όταν έφθασα, η καρδιά μου φτερούγιζε από χαρά και συστολή, που επιτέλους θα γνώριζα από κοντά τον ακριβό μου φίλο. Μπήκα μέσα. Δεν ήταν εκεί. Κάθισα απέναντι από το γραφείο του και περίμενα να έλθει. Όταν έφθασε η ώρα που έπρεπε να γυρίσω στο Πυθαγόρειο, ρώτησα τα διπλανά γραφεία, αν ξέρουν πότε θα έλθει ο κ. Σεβαστάκης. Μου είπαν, «Θα αργήσει γιατί δικάζει μια δύσκολη υπόθεση».
Άφησα , απογοητευμένος, πάνω στο γραφείο του ένα μυτιληνιό ούζο κι ένα σημείωμα που έλεγε πως δεν ήταν τυχερό να βρεθούμε κι ας έπινε τα δάκρυα της Παναγίας (το ούζο) στην υγειά μου.
Μέχρι που έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο τούτο κόσμο, δεν έγινε μπορετό να συναντηθούμε. Εκείνος ανήκε στη γενιά της εθνικής αντίστασης. Εγώ στη γενιά του 114 και του Ανένδοτου. Επικοινωνούσαμε όμως σαν συνομήλικοι, αφού το πνεύμα του ήταν νεανικό, λεύτερο, ανήσυχο, έτοιμο να πάρει και να δώσει, όταν το σύνηθες είναι οι άνθρωποι μιας ώριμης ηλικίας και τέτοιας πνευματικής εμβέλειας, να οχυρώνονται πίσω από μια προσωπική αντίληψη ζωής.

Λίγες μέρες πριν, σκαλίζοντας το αρχείο μου, διάβασα με συγκίνηση τα γράμματά του. Ένα από αυτά, απάντηση στην άποψή μου που του είχα στείλει για το βιβλίο του «Σφαγείο», δημοσιεύεται εδώ.. Είναι ένα γράμμα πολύ ενδιαφέρον, αφού καταθέτει τις σκέψεις του για τη ζωή και την τέχνη. Ακόμη, το γράμμα αυτό, αποπνέει σπάνιο ήθος, τη γνήσια σεμνότητα των μεγάλων προσωπικοτήτων, και ανθρώπινη τρυφερότητα.
Ζεις Αλέξη μέσα σε όλους όσους σε αγαπάμε. Τριγυρίζεις ελεύθερα στο περιβόλι της μνήμης μας. Και όσοι πιστοί, αξιοποιούμε τις παρακαταθήκες που άφησες…


Φαίδων Θεοφίλου


Καρλόβασι 22.12.88

Φίλε Φαίδωνα
Η οικειότητα της προσαγόρευσης είναι εκτίμηση στο έργο σου και μαζί το «προνόμιο» που μου δίνει η ηλικία μου. Από καιρό πολύ, νοιώθω μια θέρμη για τους νεώτερους, θέρμη που μάλλον είναι η πίστη, πως σεις έχετε ακόμα χρόνο να δουλέψετε, να προσφέρετε, να χτίσετε.
Πάλι ήρθε το «μήνυμά σου» και πάλι σκέφτομαι ότι όσο ελάχιστο νάναι ένα «έργο» (όπως το δικό μου) πάντα βρίσκει ένα πρόσφορο δέκτη. Μήνυμα, αντίδωρο. Ζεστή θωπεία στην ερημιά της αποχαυνωμένης μικρής επαρχιακής ζωής.
Και φυσικά, σ’ ευχαριστώ.
Αχ, πόσο αγνώμονες γίναμε «οι λόγιοι»! Δε σου κρύβω ότι σπάνια παίρνω κάποιο σημείωμα που να αναφέρεται σε βιβλίο μου.
Η παλιά γνωστή «κοινότητα» των ανθρώπων των Γραμμάτων, έχει χαθεί μαζί με τόσα άλλα στοιχεία της κοινωνικής μας ζωής. Ράγισε, σκόρπισε. Η επι-κοινωνία περιορίσθηκε πια σε κλειστούς κύκλους ομοειδών συμφερόντων, θυμιαμάτων και αλληλοστήριξης. Τώρα αναλογίζομαι τι άξια είναι «η συναγροίκηση», η πνευματική μάχη, η διαπλοκή των ιδεών! (Πρόσφατα ξαναχάρηκα τα φιλολογικά απομνημονεύματα του Βάρναλη)
Τι κόσμος!
Τέλος.
Για το «Σφαγείο». Η τηλοψία ξεκίνησε από το Σφαγείο αλλά δεν ήταν το αληθινό πνεύμα του Σφαγείου. Βέβαια με τα γνωστά άθλια μέτρα της τρέχουσας τηλεόρασης, ήταν μια παραγωγή που σεβόταν ορισμένα στοιχεία. Σε καμιά περίπτωση δεν θα την απέρριπτα. Αλλά τον καημό του βιβλίου, δεν μπορούσε να τον εκφράσει..
Ας είναι.
Η σκέψη σου ότι «η τέχνη πρέπει να υφαίνεται πάνω στην ιστορία μας…ώστε να είναι πιο λειτουργική…» με παρηγορεί. Αυτό πιστεύω. Τα ιστορικά δρώμενα είναι καθημερινή γνώση (είτε ως θέση είτε ως αντίθεση) του ευρύτερου λόγου. Έτσι η τέχνη έχει ανάγκη να ξεκινάει από αυτά για να μπορεί να επικοινωνήσει να «διαβαστεί».- Να ξεκινάει από τα παγκοίνως γνωστά για να απογειώνεται με τη σχετική αυτονομία της. Το αφηρημένο, η ομφαλοσκόπηση, η διύλιση, η «φθειρομανία» δεν βρίσκουν ανοιχτές τις πόρτες του συμμετόχου. Και γίνονται παιχνίδι αιωρούμενο πάνω από τα ζαλισμένα κεφάλια των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν, τέχνη και ανάταση και γοητεία και μεταρσίωση και παρηγοριά και όνειρο και φτερούγισμα, αλλά τέχνη με στοιχεία οικεία. Η λογιοσύνη δεν υπήρξε πάντα δημιουργός. Δημιουργός ήταν η πνευματική ευθύνη. Που σημαίνει η καθημερινή προσπάθεια για συν-ομιλία με τους ανθρώπους. Όχι ομιλία (εγώ) και ακρόαση (ο άλλος) πραγμάτων ασήμαντων, ουδέτερων, μη ιστορικών, άρα άγνωστων και απλησίαστων. Πολλά είπα- Και ταπεινά; Ίσως άχρηστα – Εσύ θα με συγχωρέσεις.
Ευχές λοιπόν για υγεία και δημιουργία.


Με βαθειά εκτίμηση
Αλέξης Σεβαστάκης.





Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ - Ποίηση


Φαίδωνα Θεοφίλου

Στην αρχή ήταν το δέος.

Όταν άρχισε να ραγίζει, όλα ξεδιάλυναν.

Βράχια που ξεφύτρωναν με το νεύμα του Θεού.

Θάλασσα να καθρεφτίζει τ’ ουρανού τις προθέσεις.

Ποιητών και Αγίων ψιθυρίσματα,

με τις τέσσερις εποχές να παραστέκουν.

Στο καστρομοναστήρι οι αιώνες ταξινομημένοι

με την πνοή της Ιστορίας.

Τα λόγια του Ιωάννη στον αιθέρα κεντημένα

και τα οράματα να φωλιάζουν στο σπήλαιο.

Μπαίνουμε στο λιμάνι

και μας μηνάει η Πάτμος:

«Στην πέτρα η Δύναμή μου,

η Σοφία μου στο λευκό

οι ισορροπίες της Ψυχής μου στα σχήματα».

Με αρσενοπρέπεια κατεβαίνει ο ήλιος

τη σκάλα του στη θάλασσα.

Οι αποχρώσεις ξεσπούν

σαν παιδικά αισθήματα.

Άγγελοι κρατούν στα κύματα τον ίσο…

Ο Ιωάννης αλλοπαρμένος

απ’ το Ουράνιο Πάθος

αφήνει τη φωνή Του ως εμάς:

«Στου Θεού τον Έρωτα αφεθείτε»

Και των Ανθρώπων, συμπλήρωσα

και των Ανθρώπων,

ενώ το πλοίο έδενε στο ντόκο…


@C : Φαίδων Θεοφίλου -All rights reserved

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΨΑΝ ΠΟΛΥ, ΕΔΩΣΑΝ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΥΡΕΨΑΝ- Αφιερώνεται



Φαίδωνα Θεοφίλου

«Ψάχνω για το δικό μας το πελεκημένο Θέλω» μονολογεί «Ο νεαρός Έλληνας» ανιχνεύοντας το μέλλον του Ελληνισμού. Ίσως υπάρχει γύρω μας και μέσα μας μια Ελλάδα που δεν υποψιαζόμαστε κι ένας Έλληνας που βαδίζει στη κόψη του ξυραφιού, έχοντας τις ίδιες πιθανότητες να χάσει την ψυχή του ή να την αποκαλύψει λαμπερή
και να νιώσει την επιθυμία για τον επαναπροσδιορισμό,
μιας πορείας νέας.
Να βάλλει στόχους που να ξεπερνούν τις δυνάμεις του:
Γιατί, τι νόημα θα είχαν στόχοι
που είναι μέσα στα όριά του;

«Τον καθαρό το Λόγο να φιλάς στο στόμα
για να γίνει σφυγμός
στο σώμα όλου του κόσμου»

Οι ποιητές είτε ακούγονται είτε όχι, επιμένουν.
Απλώνουν την έπαρση της ψυχής τους σαν δίχτυ να αιχμαλωτίσουν το αδύνατο.
Έτσι λοιπόν ο Ελληνισμός, στο μέτρο που, κατά την ιστορική του διαδρομή, έφτασε το αδύνατο και το έκανε αυτονόητη υπόθεση, είναι λαός ποιητικός.
Και όχι μόνο γι αυτό. «Ο νεαρός Έλληνας» αρμενίζοντας ενάντια σε καιρούς μικρόψυχους, θερμαίνει στο στήθος του την Ουτοπία σαν αγαπημένη, που θα μεταβληθεί σε τρέχουσα πραγματικότητα.
Η εικόνα του νέου Ελληνικού Μύθου υπάρχει.
Μόνο που είναι κατατεμαχισμένη και σκόρπια σε μυριάδες κομμάτια. Κι είναι αυτά τα κομμάτια, τα πιο λαμπερά και κλείνουν μέσα τους θησαυρούς και μάγια. Ο στόχος περιμένει:
Να συνθέσουμε αργά έστω, μα σταθερά
την εικόνα του Νέου Ελληνικού Μύθου…

Φαίδωνα Θεοφίλου
«Ο Μικρός Ελληνικός-τρεις Λόγοι
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Γ΄Έκδοση – (εξαντλημένο)




Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009

ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

Από το βιβλίο "Ο Τ Ρ Ο Φ Ι Μ Ο Σ" – Μυθιστόρημα


……………………..
Όμορφη μέρα. Λιακάδα.
Στα παγκάκια κάτω απ’ τους ευκάλυπτους, η ζέστη μαλάκωνε.
Σ’ ένα απ’ αυτά καθόταν η καστανομάλα, με τα μαλλιά της λαμπερά
και τη γαλάζια ρόμπα της ολοκάθαρη. Κάθισα κοντά της.
Όταν κοίταζα τα μάτια της, δεν είχα λόγο να μιλώ.
Γλύκα και γαλήνη κι εκφραστικότητα άφατη. Τα μάτια της μιλούσαν
αδιάκοπα κι έλεγαν πολλά.. Όποιος όμως προσπαθούσε να τα διαβάσει
δεν θα τα κατάφερνε, αν επεδίωκε μέσα σ’ αυτά να βρει τα γνωστά και
οικεία συναισθήματα, τις καθημερινές ανάγκες, γιατί τα μάτια της έλεγαν
άλλα, πιο μακρινά.
Ένιωθα μια ακατανίκητη έλξη να την κοιτάξω και λίγο μετά ήμουν σαν
υπνωτισμένος.
.
Τα πόδια της μακριά, το δέρμα της λείο και χλωμό.
Όπως είχε λίγο ανοιχτά τα πόδια της, τρύπωσε το βλέμμα μου ανάμεσά τους
και μια παρατεταμένη ανατριχίλα με διαπέρασε για το υπέροχο μυστικό.
.
Ο έρωτας είναι ζωγράφος. Μεταμορφώνει τα αισθήματα, τα χρώματα, τα ρίγη,
το πάθος που ζητάει διέξοδο, τον τρόπο να καταλαβαίνω τον κόσμο. Ο έρωτας
είναι αυτός που καταργεί τα όρια της πραγματικότητας και της φαντασίας και
γενικώς τα όρια. Και πρέπει ο έρωτας να είναι μυστικός. Να μην επιδεικνύεται,
να μη ξοδεύεται με λόγια στον περίγυρο. Να έχει τη μυστικότητα της συνωμοσίας
και την ιερότητα του άδηλου και του κρύφιου. Να σε βλέπουν να χαμογελάς
με αυτή τη λάμπουσα ιδιαιτερότητα και να σκέπτονται:
Το χαμόγελο αυτό δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

Να χαϊδεύεις με το βλέμμα σου όλα, όσα οι άλλοι θεωρούν μεγάλα προβλήματα.
Να συλλέγεις το ρόδινο, όπου το βρίσκεις, και να τ’ απλώνεις στο στήθος σου,
για ν’ αντέχεις τα κύματα του έρωτα όταν σου κόβουν την ανάσα.
Να μαθαίνεις τη γεωγραφία του σώματος κάθε φορά, σα να είναι η πρώτη.
Να νιώθεις απειροελάχιστος βαδίζοντας στο συντροφικό σώμα, ώστε
ν’ ανακαλύπτεις κάθε λεπτομέρεια της διαδρομής, και πιο μεγάλος
απ’ ότι πράγματι είσαι, ώστε να μπορείς να προσφέρεις τα ερωτικά σου δώρα.

Θα δέχεσαι όχι μόνο την αγωνία που συσπά τα κύτταρά σου, τη θέρμη που
διακλαδίζεται στα μέλη του σώματος και σε κάνει να νιώθεις λαφρύτερος,
θα δέχεσαι όχι μόνο τη χαρά και τη λύτρωση, μα και τον πόνο του έρωτα,
που είναι απ’ όλα ο πιο αληθινός...

Πριν να σηκωθεί απ’ το παγκάκι και ν’ απομακρυνθεί με αργά βήματα,
της έπιασα το χέρι και το χάιδεψα. Μέσα από το λείο και διάφανο δέρμα
διέκρινα λίγες γαλάζιες φλεβίτσες. Κι όσο της κρατούσα το χέρι,
αισθάνθηκα ένα ρεύμα να περνάει μέσα μου σε μια διαρκή ροή.
Εκείνη, όταν σηκώθηκε, χτένισε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά μου
και με τη χάρη του σώματός της, τρόχισε τις αισθήσεις μου.
…………………………………………….
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ . Κεντρική διάθεση Σόλωνος 133, 10677 Αθήνα
Τηλ. 210 3806305 E mail: alexcom@otenet.gr




Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

Περιττά ποιήματα που επιμένουν - Φαίδωνα Θεοφίλου


ΕΝ ΠΤΗΣΕΙ
.
Η κάθε είδους ταχύτητα,
.
από τη μια στην όχθη της φθοράς
.
κι από την άλλη στην όχθη της μαγείας.
.
Έχοντας λοιπόν στα φτερά σου
.
καρφωμένη την ταχύτητα,
.
φθάνεις στο τέλος του ορίζοντα
.
και μ' ιδρωμένη την ψυχή κάθε φορά
.
διαπιστώνεις πως ο ορίζοντας,
.
πάλι είχε ξεφύγει.
.
Αποθέτεις λοιπόν το παράπονο
.
στο πρώτο σύννεφο,
.
θωρείς από ψηλά τον κόσμο τούτο
.
και βλέπεις τους πολλούς
.
να τρέχουν γύρω-γύρω.
.
Το δεύτερο σύννεφο σου το ψιθυρίζει:
.
Δεν διανύουν, μα διανύονται.
.
Όλοι τρέχουν ασταμάτητα
.
μέσα σε μιαν αρρένα
.
που 'χει κλειστές τις πύλες.
.
Η ταχύτητά τους ρυθμισμένη
.
πάνω στην όχθη της φθοράς
.
και στις κερκίδες οι ελάχιστοι
.
να εισπράττουν την υπερπαραγωγή
.
της ταχυβολικής μονοτονίας.
.
Εγώ,
.
έχω φύγει και πολύν καιρό.
.
Ψηλά σ' ένα λημέρι σκαλωμένος,
.
με τα μάτια δικά μου
.
με νερό και ψωμί.
.
Κατεβαίνω
.
αργά
.
μα σταθερά
.
μέσα στα γκρέμνα του μυαλού μου.



Από το βιβλίο μου "Επίμονο Θεώρημα" Εκδόσεις Θουκυδίδης
Το ζωγραφικό έργο είναι της Όπυς Ζούνη

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2009

Ελληνική Νύχτα (Απόσπασμα)



Ήρεμη σα λάδι ήταν η θλίψη.

Ήταν νύχτα και κάτω και πάνω.

Βγήκα στο απέραντό της άνοιγμα

κι ήθελα να φωνάξω:

Έχει ασφυξία κανείς;

Περιμένοντας –κι εγώ- ν’ απαντήσω.

Όμως φοβήθηκα την ανάσα της σιωπής

κι αναδίπλωσα τα φτερά του -εγώ –

ασθμαίνοντας τους μονότονους ήχους των γρύλλων.

Ντύνομαι τη νύχτα μου

και χάνομαι στη νύχτα των ανθρώπων…

Φαίδωνα Θεοφίλου- "Ελληνική Νύχτα" (απόσπασμα) Εδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ




Σάββατο, Ιουνίου 06, 2009

Τα ποιήματα των άλλων



Η τέχνη συχνά σου θυμίζει πόση δυνατή συγγένεια
μπορεί να έχεις με έναν άνθρωπο που βρίσκεται
στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως ο Χουάν Βιθέντε Πικέρας.
Διάλεξα ένα ποίημά του για να βρούμε, όσοι θέλουμε,
μέσα από αυτό, το βαθμό συγγένειας μαζί του.
Τη μετάφραση έκαναν οι: Κώστας Βραχνός
& Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Φ.Θ.



JUAN VICENTE PIQUERAS
Ευλογία


Μακάριοι όσοι μονάχα κλαιν μονάχοι

όσοι μιλούν γλώσσες νεκρές

όσοι πιστεύουν σε θεούς που ακόμη δεν φάνηκαν

και αποκοιμιούνται πάνω στον άτλαντα

(τα χείλη στην Κεϋλάνη η μύτη στην Αγκόλα)

μακάριοι όσοι τρέπονται σε φυγή

όσοι λεν όχι και φεύγουν σφυρίζοντας

οι χαζοί οι άχρηστοι οι άλλοι

όσοι δεν λεν τη γνώμη τους για τίποτε

όσοι πονούν που δεν ξέρουν να ψεύδονται

μακάριοι όσοι αγαπούν και μένουν μόνοι

όσοι δεν έχουν βιασύνη ούτε τόπο

όσοι δεν λένε τίποτα

όσοι φεύγουν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις

Οι πίνακες είναι της Frida Kahlo


Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Ο Π Α Ρ Α Μ Υ Θ Ε Ν Ι Ο Σ





Ο μοναχικός εκείνος άνθρωπος στην σχεδόν απρόσιτη ακρογιαλιά με την καλύβα του, ήταν σημείο αναφοράς της περιοχής, που τελευταία δεν ήταν και τόσο ήσυχη, αφού αρκετοί ήταν οι επισκέπτες που αψηφούσαν το απρόσιτο της ακτής, προκειμένου να απολαύσουν μια, κατά τη γνώμη τους, αμόλυντη θάλασσα.


Καθόταν σ’ ένα πεζούλι κι ακουμπούσε την πλάτη στο τοίχο της καλύβας του. Όλη τη μέρα, χάζευε το πήγαιν’ έλα τού φλοίσβου κι άλλοτε άφηνε το βλέμμα του μετέωρο και ταξίδευε στα εσωτερικά του τοπία. Το βράδυ έμπαινε στη καλύβα για ύπνο. Ακραία λιτοδίαιτος. Πέρναγαν πότε- πότε βαρκάρηδες και του άφηναν το φαγητό τους απ’ το σπίτι που δεν έφαγαν και λίγα ψάρια. Αν δεν πέρναγαν, θα πέθαινε από ασιτία χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Ο Παραμυθένιος. Έτσι τον έλεγαν οι κάτοικοι του διπλανού χωριού, έτσι τον μάθαιναν και οι επισκέπτες. Παραμυθένια κι η περιοχή απ’ το παρωνύμι του. Τα βράδια, όταν είχε πολύ αέρα και τρικυμία, έβγαινε και περπατούσε κατά μήκος της ακτής λες κι ήθελε να πάρει τη δόση του. Τη δόση μιας μυστικής έντασης. Δεν μιλούσε για τα καθημερινά πράγματα. Γενικώς δεν μιλούσε. Μόνο μια ιστορία έλεγε, κι αυτήν μόνο σε όσους συμπαθούσε και το ένστικτό του έλεγε ότι μπορούσε να τους εμπιστεύεται. Την ίδια πάντα ιστορία. Αλλά κάθε φορά την έλεγε σα να είχε πυρετό. Σα να ήταν κάθε φορά η πρώτη του διήγηση.


Οι βαρκάρηδες την είχαν ακούσει περισσότερες από μία φορές όταν έβγαιναν έξω και τώρα πια όταν του έδιναν τα φαγητά, προφασίζονταν δουλειές για να φύγουν γρήγορα. Όχι ότι δεν ήθελαν να ακούσουν την ιστορία ξανά και ξανά αλλά δεν άντεχαν τον πυρετό του. Νόμιζαν ότι θα τον έβλεπαν να λιώνει, διηγούμενος, ώσπου να γίνει μια υγρή κηλίδα στο έδαφος. Αντίθετα οι παραθεριστές που τα κατάφερναν να φθάσουν στην απρόσιτη αυτή ακτή, και άκουγαν την ιστορία, έφευγαν σοκαρισμένοι και συγκινημένοι. Ένας απ’ αυτούς μαζί με την κοπέλα του, σταυροπόδι στη βοτσαλωτή ακτή, επανέλαβε τη ιστορία σε κάποιους άλλους που ο Παραμυθένιος δεν ήθελε να τους μιλήσει, πετώντας στη θάλασσα τα πιο στρογγυλά βότσαλα που έβρισκε μπροστά του: «Η ιστορία δεν είχε πρόλογο. Δεν είχε ονόματα ούτε έλεγε που συνέβη. Εστιαζόταν κατ’ ευθείαν στην ουσία της κι άρχιζε έτσι:

.


Σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο, πάνω σ ’ένα μεγάλο ομορφοστρωμένο κρεβάτι, ήταν μια γυναίκα ξαπλωμένη ολόγυμνη. Ο νέος άντρας που ήταν κοντά της, είχε δίπλα του δύο καλάθια γεμάτα με ροδοπέταλα. Κάθε τόσο, έσκυβε πάνω από το σώμα της, το φιλούσε και στο σημείο που άφηνε το φιλί, έβαζε ένα ροδοπέταλο. Έτσι με αμέτρητα φιλιά και ροδοπέταλα σκέπασε όλο της το σώμα. Έψαχνε μέρες να βρει πώς θα έκανε την αγάπη που ένιωθε, να «φαίνεται» και βρήκε αυτόν τον τρόπο, με την ευτυχία να φαίνεται επίσης, όπως όταν αγαπάς και το δείχνεις. Η γυναίκα ήταν αφημένη στα αισθήματά του που άνθιζαν γύρω της με ερωτικήν αγιότητα.

.
Πότε – πότε του τραγουδούσε σιγανά, ώσπου αποκοιμήθηκε, με το σώμα της σαν κεντημένο με φιλιά και χρώματα. Ο άντρας γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται στη Μήτρα της Γυναίκας, στη Μήτρα της Ζωής, στη Μήτρα της Γης, στη Μήτρα της Ανατριχίλας, στη Μήτρα των Ιδεών, στη Μήτρα της Αγάπης, στη Μήτρα της Δημιουργίας, στη Μήτρα του Καλού.
Στο μεταξύ, όσο προσευχόταν ο άντρας, μια ρωγμή είχε ανοίξει στον ορίζοντα, απ’ όπου σαν αστραπή, ξεχυνόταν μια μουσική που έφτανε ως το δωμάτιο, γαλήνευε την ατμόσφαιρα και συνόδευε τη ροή της προσευχής τού άντρα.


Την επόμενη μέρα, ο άντρας, αποτύπωσε άλλα φιλιά στο κορμί της και φρέσκα ροδοπέταλα. Ο Έρωτας όμως, έπαιρνε τα ρίγη από το σώμα της γυναίκας, έπλεκε μ’ αυτά ένα απαλό στη αφή αλλά δυνατό στην αντοχή σκοινί και έδεσε μ ’αυτό τον άντρα μαζί με τη γυναίκα που είχε ανασηκωθεί, ενώ τα ροδοπέταλα πέφτοντας από το σώμα της, είχαν στρωθεί στο κρεβάτι. Ο ένας προσπαθούσε να χωρέσει μέσα του το είναι του άλλου, με γέφυρα τη γυμνότητα . Μεθυσμένοι από ηδονή, αφήνονταν να τους παρασύρουν τα κύματα του Έρωτα, κάτω από το γλυκό βλέμμα του Θεού και των Αγγέλων Του.


Η εισβολή της Άνοιξης στο δωμάτιο, έγινε λίγο πριν απ’ το Μέγα Τέλος και για το χατίρι της Γυναίκας και του Άντρα, από Εποχή του χρόνου, συμπυκνώθηκε σε μια μεγάλη Στιγμή για να χωρέσει στο χρόνο και στο χώρο του Έρωτά τους. Μυριστικά βότανα και λουλούδια άφησαν την ανάσα τους στο δωμάτιο, Αυγά πουλιών ράγιζαν κι εμφανίζονταν οι νεοσσοί. Τιτιβίσματα παντού στο δωμάτιο, σπόροι να σκάνε, να πρασινίζει ο χώρος, αγκομαχητά ν’ ακούγονται από τα έγκατα της γης, να συσπάται η γήινη Μήτρα και να γεννάει να γεννάει να γεννάει… Το ένα σώμα διεκδικούσε απελπισμένα το άλλο μέσα σ’ ένα κυματισμό σπασμών και λυτρωτικών λυγμών.

Στην Κορύφωση, το σώμα του Άντρα, πέρασε - διαχύθηκε στο σώμα της Γυναίκας κι έτσι οι δύο έγιναν Ένας, φτάνοντας στο μέγιστο σημείο ευτυχίας και ερωτικής πληρότητας»…

Λίγο μετά τη διήγηση της ιστορίας ο παραθεριστής, ξέσπασε σε λυγμούς. Η φίλη του πήρε το κεφάλι του στην αγκαλιά της, το χάιδευε και το φιλούσε παρηγορώντας τον. Στις ερωτήσεις των άλλων, εξήγησε ανάμεσα στα αναφιλητά του ότι χθες το μεσημέρι ήρθαν δύο νοσηλευτές εδώ κι αφού πέρασαν το μανδύα στον Παραμυθένιο, τον πήραν με ένα ταχύπλοο, για το ίδρυμα των ψυχικώς διαταραγμένων ατόμων. Πρόλαβε να δει τον Παραμυθένιο στο ταχύπλοο, με τα μάτια του να λάμπουν κι ένα σίγουρο όσο και γλυκό μειδίαμα στα χείλη του.

.


Ήταν βέβαιο ότι είχε πια μόνιμα κατοικήσει μέσα στην ιστορία του…

Φ.Θ.

Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

Πάσχα Πάθος Ποιητής






Ρόδο το Αμάραντο
(Η Μάνα)


Γλυκύ Έαρ



Εκούσιον Πάθος



Το σώμα του Μεγάλου Ποιητή



Το ξύπνημα της Ζωής ενάντια



στη νάρκη του Θανάτου.


------------------------------------------


Υ.Γ. Όμως, η Δικαιοσύνη,

δεν είναι ούτε νεκρή ούτε αναστημένη.


Είναι μόνο ανεξιχνίαστη:


Το που στερούνται και πεινούν

πάντα οι ίδιοι,


είναι ανθρώπων έργο.


Το που πεθαίνουν νέοι άνθρωποι

μεσ' την αφόρητη οδύνη


προτού ακόμα ζήσουν,


ποιανών το έργο είναι;

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2009

Η ΧΟΡΤΟΠΙΤΑ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Φ.Θ.

Παρασκευή μας είπε να πάμε στο πρώην εξοχικό του, που τώρα είχε μεταβληθεί σε μόνιμη κατοικία. Μπροστά το σπίτι του είχε τη θάλασσα. Πίσω του βουνά. Σ’ ένα από τα πόδια τής Πελοποννήσου. Ήταν δημοτικός σύμβουλος στο δήμο που ανήκε, έχοντας άμεση επαφή με τα κοινά και ταυτόχρονα άμεση επαφή με τη φύση που τον γοήτευε και καρπολογούσε μαγεμένος τις δωρεές της. Έτσι φιλιωμένος ο Κλεάνθης ερωτικά με τη θάλασσα, είχε γίνει σπουδαίος ψαράς. Το κτήμα του είχε μια μεγάλη ποικιλία οπωροφόρων. Από βυσσινιές του χειμώνα μέχρι συκιές του καλοκαιριού. Στη γωνία του κτήματος ένα μικρό θερμοκήπιο με λαχανικά για τον ίδιο και τους φίλους του.
.
Με το που φθάσαμε, μας έδωσε από μια πλαστική τσάντα κι ένα μαχαίρι. Να μαζέψουμε χόρτα. Μα έδειξε ποια ακριβώς : Λάπαθα, ζωχούς, παπαρούνες και τσουκνίδες. Αυτά τα είδη υπήρχαν στο κτήμα του. Ο Νικήτας, που ήρθαμε μαζί, ήταν γρήγορος με τα χόρτα. Ο Κλεάνθης ανέλαβε τις τσουκνίδες που ήταν δύσκολες για μας κι εγώ αργό καράβι, όπως όταν σηκώνομαι το πρωί και μεσημεριάζει για να βγω στην πόρτα. Τα μαζέψαμε σχετικά γρήγορα χάρη στους άλλους δυο. Τα καθαρίσαμε, τα πλύναμε και τα έβαλε ο Κλεάνθης σε μια κατσαρόλα με λίγο λαδάκι, ίσα - ίσα να μαραθούν, αφού πρόσθεσε φρέσκο ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι και αντί για άνηθο, αγριομάραθο που βρήκε στο κτήμα. Τα ανακάτεψε για 7-10 λεπτά και πρόσθεσε αλάτι, πιπέρι. 2 αυγά, μια κούπα τριμμένο τυρί φέτα και μια κούπα ανθότυρο. Τέλος έριξε μέσα κι ένα φλιτζάνι ρύζι, για να τραβάει όπως είπε τα υγρά.
Άλειψε ένα ταψί με λάδι και άπλωσε το φύλλο της σφολιάτας. Έριξε μέσα το μείγμα με τα χόρτα και τα άλλα υλικά και αφού τα άπλωσε μ’ ένα ξύλινο κουτάλι, έβαλε και το άλλο φύλλο από πάνω και έβαλε το ταψάκι στο φούρνο στους 180ο.
.
Βγήκαμε στη βεράντα και καθίσαμε αναπαυτικά στις πολυθρόνες του σκηνοθέτη. Ο φλοίσβος της θάλασσας ακουγόταν ως εμάς. Είχαμε παραδοθεί στη γαλήνη και στους ήχους της. Ο ερωτισμός της φύσης μας άγγιζε. Ένα λαφρύ αεράκι μας χάιδευε το μάγουλο και ανακάτευε λίγο τα μαλλιά. Κλείναμε τα μάτια, αφήνοντας το χάδι να γίνεται πιο αισθαντικό… Σε λίγο, ο Κλεάνθης που ετοίμαζε στην κουζίνα, μας έφερε μια πολύχρωμη σαλάτα . Η μυρωδιά του ξυδιού, έκανε ένα γρήγορο πέρασμα από τη μύτη. Μια καράφα λιαστό σπιτικό κρασί που ξάνθιζε λαμπερά μέσα στο γυαλί . Τελευταία άφησε μια πιατέλα με εκλεκτό μεζέ. Τρία μεγάλα καλαμάρια γεμιστά, όπως είπε, με κουκουνάρι , ρύζι και σταφίδες με γεύση και άρωμα πορτοκαλιού , προφανώς από τριμμένη φλούδα που το άρωμα και η γεύση της εγκλωβίστηκε μέσα στη γέμιση για να απελευθερωθεί στον ουρανίσκο και στην όσφρηση.
.
Σε λίγο η σιωπή μάς αγκάλιαζε και μάς ένωνε. Ενώ δεν μιλούσαμε, αισθανόμασταν ότι τίποτα δεν θα ήταν τόσο όμορφο, αν έλλειπε ένας από μας. Η παρουσία του καθενός μας πρόσφερε την αύρα της στο τραπέζι. Οι γουλιές του λιαστού σχεδόν ακουγόταν όταν πίναμε .Οι γεύσεις πλέκονταν ευτυχισμένα και ταιριαστά στον ουρανίσκο μας. Η σιωπή καταχαρούμενη που της δώσαμε πρωταγωνιστικό ρόλο στη παρέα μας , περιέφερε ηχηρά τον εαυτό της γύρω και ανάμεσά μας. Έτσι, κεντούσαμε κι εμείς χωρίς να το επιδιώκουμε «το εγκώμιον της σιωπής».
.
Την ηδονή της σιωπής διέκοψε ο Κλεάνθης φέρνοντας τη ζεστή χορτόπιτα. Η ψημένη ζύμη και ο αγριομάραθος έκαναν παιχνίδι στην όσφρησή μας, μόλις την έκοψε σε τετράγωνα κομμάτια. Η νοστιμιά της, όρμησε κατακτητικά στο αισθητήριο της γεύσης μας. Το λιαστό κρασί έλυνε σιγά μα σταθερά τη γλώσσα μας. Ο Νικήτας άρχισε πρώτος τη κουβέντα:
-Μπορεί να είσαι εργένης Κλεάνθη και να τα καταφέρνεις στη κουζίνα αλλά αυτός ο σπέσιαλ μεζές, τα γεμιστά καλαμάρια δηλαδή, δεν είναι δική σου δουλειά. Να ρωτήσω ποια σε φίλεψε;
-Γιατί ρωτάς; Είναι τόσο παράξενο;
-Ε, Κλεάνθη μου τέτοιοι εκλεκτοί και σπάνιοι μεζέδες δεν βρίσκονται εύκολα στο σπίτι ενός εργένη…
-Μα τι πιο φυσικό, όταν δίνω τα λαχανικά μου, να παίρνω καμιά φορά και κάνα μεζέ.
-Εμένα πάντως φίλε μου, μπήκα κι εγώ στη κουβέντα, δεν μου διέφυγε ότι όλα άλλαξαν
πάνω σου προς το καλύτερο, χώρια που μοιάζεις να έχεις έρθει από άλλον πλανήτη.
Δεν είναι σωστό λοιπόν να κρατάς μυστικά από μας.
- Καλά-καλά θα σας πω, αντέδρασε ο Κλεάνθης. Δεν θα κρατήσω μόνος μου
το μυστικό…. θα το μοιραστώ μαζί σας, ώστε να αντέξω το βάρος της ευτυχίας του…
-Όπα; Πετάχτηκε ενθουσιασμένος ο Νικήτας, ενώ και οι δύο παρατήρησαν
το χαμόγελο της αναμονής στο πρόσωπό μου.
-Τη λένε Ουρανία, και είναι, ο πρώτος μεγάλος έρωτας
της ζωής μου, που άργησε βέβαια αφού ήλθε στα 65 μου, αλλά ήρθε.
-Καταπληκτικό! Και πριν, στη ζωή σου δεν είχες ξαναερωτευτεί;
-Εσύ τι λες; Ασφαλώς και είχα κάποιες ερωτικές σχέσεις αλλά τον Μεγάλο Έρωτα
τώρα τον γνώρισα…Παιδιά, νιώθω πως δεν υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο
που να μην το έχω… Ένας απέραντος πλούτος με περιβάλλει μέσα μου και έξω.
Νιώθω πως άξιζε να ζήσω με όσες δοκιμασίες κι αν έπρεπε να περάσω στη ζωή μου,
για να φτάσω να αμειφτώ με τούτον τον Μεγάλο ΄Ερωτα. Τώρα συνειδητοποιώ
απόλυτα τι σημαίνει πληρότητα. Τώρα δεν με νοιάζει πια και να πεθάνω…
Σ’ αυτή τη φράση ανατρίχιασα. Όχι γι αυτό που είπε ο Κλεάνθης
αλλά επειδή αισθάνθηκα σαν να μου έβαζε κάποιος μέσα μου μια βεβαιότητα,
ότι ο θάνατος έκανε ένα βήμα πίσω, την ώρα που ο Κλεάνθης έλεγε πως δεν τον νοιάζει να πεθάνει…
-Και πότε τα κουφέτα ;
-Δεν είναι εύκολο Νικήτα. Είναι παντρεμένη.
-Αααααααα….
-Δεν έχει σημασία. Αυτό που συμβαίνει και στους δυο μας μετράει και που δεν μπορεί κανείς να το αποτρέψει. Μόνον ο θάνατος…
Κι αυτός δεν θέλει, είπα από μέσα μου…
-Ομορφαίνω σαν άνθρωπος εξ αιτίας της, λάμπω από τη λάμψη της, ανοίγουν παράθυρα στη ψυχή μου, ανθίζουν οι νύχτες αρώματα, ακκίζονται τα αισθήματα..
Δεν ξέρω πως γίνεται ούτε και με νοιάζει να το εξηγήσω αλλά ενώ παραδοθήκαμε ολικά ο ένας στον άλλον, αυτή η παράδοση μετατράπηκε σε απόλυτη ελευθερία….

Βλέπαμε, τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο, φίλο μας να ζει από την αρχή και να βρίσκεται ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση έχοντας στραμμένη την προσοχή του στον Παράδεισο. Ο Κλεάνθης, η Ουρανία και ο κόσμος που άλλαζε για χάρη τους….

Την επομένη γυρίσαμε αργά στην Αθήνα. Είχε φοβερή κίνηση και οδηγούσαμε πολύ αργά. Ευτυχώς…Γιατί με το λιαστό να τρέχει πια στις φλέβες μας, θα είχαμε «πετάξει» κυριολεκτικά και μεταφορικά, αν οι δρόμοι ήταν άδειοι….




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος