Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Η Ροδαλίτσα και ο Αστερούλης

Παραμύθι χωρίς κανόνες



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη και έξυπνη κοπέλα. Δεν ήταν όμως μόνη της. Ήταν κι ένας νεαρός βιολιστής, που τα βράδια, όταν έπαιζε, έκανε τα ωδικά πτηνά να κοιτάζονται μεταξύ τους στην αρχή, να στήνουν αυτί και να τον απολαμβάνουν στο κατόπι. Η κοπέλα ήταν πάντα γελαστή, καλοσυνάτη. Δεν είχε διόλου συναίσθηση το πόσο όμορφη ήταν κι η αθωότητά της την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Το χαμόγελό της, έκανε όχι μόνο την ίδια αλλά και το χώρο της να λάμπει. Τα παιδιά από τότε, όταν ζωγράφιζαν τον ήλιο να χαμογελά, το δικό της χαμόγελο του έβαζαν στο πρόσωπο. Το όνομά της ήταν Ροδαλίτσα.
.
Ο νεαρός έμενε απέναντί της και κάθε πρωί έβλεπε τον ήλιο που πρώτα πήγαινε στο δικό της παράθυρο. Τον έλεγαν Αστερούλη κι όταν έπαιζε μουσική, νόμιζε πως έδενε με μουσικά νήματα τον κόσμον όλο, χωρίς ν’ ακούει τις κραυγές πόνου και τις φωνές που καλούσαν σε βοήθεια μέσα από τις πόλεις και τα χωριά. Η καρδιά του φτερούγιζε για τη Ροδαλίτσα που σιγά-σιγά έγινε γι αυτόν όλος ο κόσμος μαζί με το νόημά του. Τα βράδια την κοίμιζε απ’ το παράθυρό του με το βιολί και το πρωί την ξύπναγε μαζί με τους αγγέλους.
.
Μια μέρα πήγε στο σπίτι της και τη ζήτησε από τους γονείς της, απόθεσε το βιολί του στα πόδια της, τής είπε πόσο την αγαπούσε και της υποσχέθηκε να παίζει μουσική μόνο γι αυτήν. Συμφώνησαν να κάνουν τους γάμους τα Χριστούγεννα για να ‘χουν μπροστά τους εννέα μήνες να ετοιμαστούν με άνεση .
.
Ο Αστερούλης τρελός από ευτυχία, άλλοτε της έφερνε πολύχρωμα μπουκέτα λουλούδια κι άλλοτε καλάθια με φρούτα. Καθόταν μαζί της με τις ώρες και μιλούσαν για την ομορφιά του κόσμου και τη δική της. Συχνά την έπαιρνε από το χέρι και πήγαιναν περίπατο στο δάσος. Το πράσινο, ξεκούραζε τα μάτια τους, τα παιχνίδια που έκαναν τα ζωάκια μεταξύ τους αποσπούσαν ευχάριστα την προσοχή τους κι η μαγευτική σιωπή του δάσους με τα τιτιβίσματα των πουλιών, τους έκανε να αισθάνονται παιδιά της φύσης. Ο Αστερούλης έλεγε στη Ροδαλίτσα με ποιο τρόπο έκανε τα αισθήματά γι αυτήν μουσική και ότι εκείνη έγινε η αληθινή ζωή γι αυτόν που δεν έβλεπε πια την ώρα να ζήσουν μαζί.
.
Με τον καιρό η Ροδαλίτσα άρχισε να συναισθάνεται πόσο όμορφη ήταν και πόσο σπουδαία την έκανε η αγάπη του Αστερούλη. Το χαμόγελό της έγινε πιο σπάνιο. Το πρόσωπό της έδειχνε σκεπτικό. Άρχισε να καταλαβαίνει ότι η ομορφιά της ήταν ένα είδος εξουσίας που μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει. Άρχισε να καταλαβαίνει πως όποιος αγαπά λιγότερο τον ερωτικό του σύντροφο και περισσότερο τον εαυτό του, αυτός έχει τον έλεγχο της σχέσης, αυτός εξουσιάζει και νιώθει την ικανοποίηση να τον πλημμυρίζει. Ικανοποίηση ίση με την αγάπη που του λείπει.
.
Έτσι λοιπόν με τον καιρό η Ροδαλίτσα και βλέποντας πόσο παραδομένος τής ήταν ο Αστερούλης, έγινε απότομη, λιγόλογη, και συχνά καυγάδιζε με το παραμικρό. Ο Αστερούλης στην αρχή ξαφνιάστηκε, μετά θύμωσε αλλά είπε στον εαυτό του να κάνει υπομονή και κάποια στιγμή θα περάσει η μπόρα. Μάλιστα έλλειψε και μια βδομάδα στη διπλανή πόλη που ζητούσαν βιολιστή σε μια μουσική εκδήλωση του Δήμου και ήλπιζε πως μετά την επιστροφή του θα καλυτέρευαν τα πράγματα. Η Ροδαλίτσα όμως έδειξε μια σκληρότητα που ποτέ πριν δεν είχε δείξει. Είχε μάθει καλά το παιχνίδι της εξουσίας και την εκμετάλλευση των αισθημάτων του Αστερούλη.
.
Ο Αστερούλης συνέχιζε να σκεπάζει την απογοήτευσή του με υπομονή. Την απογοήτευσή του που ένας Άγγελος μετατράπηκε σε μια καθημερινή κακότροπη κοπέλα. Ο πόνος άρχισε να παίρνει τη θέση της αγάπης του που η Ροδαλίτσα τη χρησιμοποιούσε σαν εργαλείο για να κάνει επίδειξη σκληρότητας.
.....................
Πέρασαν στοίβες χρόνια από τότε. Οι άνθρωποι συζητούν καμιά φορά την ιστορία τους τα βράδια, ιδίως το τέλος. Έλεγαν λοιπόν, πως ο Αστερούλης άρχισε να καταλαβαίνει τον πόνο των ανθρώπων όταν ο ίδιος πληγώθηκε από τη σκληρότητα της Ροδαλίτσας. Πρόσθεσε λοιπόν στον έρωτα για τη μουσική και τον έρωτα για την πρώην καλή του και έφυγε για τις πόλεις και τα χωριά όπου θα απόθετε την αγάπη του στις φωνές που καλούσαν σε βοήθεια και δεν άκουγε όσο έπαιζε μουσική για την αγαπημένη του. Η πανέμορφη Ροδαλίτσα έμεινε με τη σκληρότητά της που μάρανε την ψυχή της και την ίδια…

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

Δροσερή διάθεση και χαλαρότητα


Το καφενείο εκτός από τα πολιτικά, κοινωνικά και λογοτεχνικά θέματα που φέρνει για συζήτηση και τις θέσεις που παίρνει, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και για τον πολιτισμό της καθημερινότητας, στον οποίο συγκαταλέγεται και η γαστρονομία.
.
Έτσι θα σας δώσει σήμερα μια απλή όσο και ωραία συνταγή για μακαρόνια με σάλτσα αμυγδάλου. Αφού αποφασίσετε να ακολουθήσετε τη συνταγή και να φτιάξετε το πιάτο ημέρας σας, φτιάξτε πρώτα καλή ατμόσφαιρα στο χώρο σας: Τραβήξετε τη κουρτίνα ή το κουρτινάκι, για να μπει περισσότερο φως στη κουζίνα ώστε να ενισχύσει την καλή σας διάθεση. Μετά ανοίξτε το ραδιόφωνο στο σταθμό της αρεσκείας σας κι αφήστε να χύνονται από το ραδιόφωνο στην κουζίνα σας αυτά που διαλέξατε ν’ ακούσετε.
Πάρτε τηλέφωνο το φίλο/η σας (η συνταγή είναι για 4 άτομα αν θέλετε περισσότερους διπλασιάστε τις δόσεις) και καλέστε τους για παρέα και μαμ.
.
Όσοι πιστοί, λοιπόν, προσέλθετε:


MAKAΡΟΝΙΑ ΜΕ ΣΑΛΤΣΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ
Για 4 μερίδες
•1/2 φλιτζ. αμύγδαλα, χοντροκομμένα
•1/4 φλιτζ. Ελαιόλαδο
•1/4 φλιτζ. μαϊντανός
•2 σκελίδες σκόρδο, κομμένες
•1 κ.γ. αλάτι
•1 πακέτο μακαρόνια
•1/4 φλιτζ. φρέσκα φύλλα βασιλικού
•1 κ.σ. κομμένες λιαστές ντομάτες,


1. Σε ένα μέτριο τηγάνι καβουρδίζουμε τα αμύγδαλα σε χαμηλή φωτιά
ανακατεύοντας συνεχώς για 3 λεπτά. Τα μεταφέρουμε σε μια κουπίτσα
.
2. Αναμειγνύουμε 1/4 φλιτζ. αμύγδαλα με το ελαιόλαδο, τον μαϊντανό,
το σκόρδο και το αλάτι σε μια κουπίτσα ή πολυμηχάνημα και τα χτυπάμε
μέχρι να γίνουν τα αμύγδαλα ψιλά κομματάκια.

3. Βράζουμε τα μακαρόνια σε μπόλικο αλατισμένο νερό
για 7-10 λεπτά ώστε να κρατάνε στο δόντι και τα σουρώνουμε.

4. Αναμειγνύουμε τα μακαρόνια με το1/4 φλιτζ. Αμύγδαλα
που έχουμε αφήσει στην άκρη, το μείγμα ελαιολάδου - αμυγδάλου,
τα φύλλα βασιλικού και τις λιαστές ντομάτες.

Συνοδεύετε με λευκό δροσερό κρασί. Καλή όρεξη
και καλή παρέα, αφού ένα νόσιμο και εύκολο φαγητό
είναι η γέφυρα για παρεΐτσα.




Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

Περιττά ποιήματα που επιμένουν - Φαίδωνα Θεοφίλου


ΕΝ ΠΤΗΣΕΙ
.
Η κάθε είδους ταχύτητα,
.
από τη μια στην όχθη της φθοράς
.
κι από την άλλη στην όχθη της μαγείας.
.
Έχοντας λοιπόν στα φτερά σου
.
καρφωμένη την ταχύτητα,
.
φθάνεις στο τέλος του ορίζοντα
.
και μ' ιδρωμένη την ψυχή κάθε φορά
.
διαπιστώνεις πως ο ορίζοντας,
.
πάλι είχε ξεφύγει.
.
Αποθέτεις λοιπόν το παράπονο
.
στο πρώτο σύννεφο,
.
θωρείς από ψηλά τον κόσμο τούτο
.
και βλέπεις τους πολλούς
.
να τρέχουν γύρω-γύρω.
.
Το δεύτερο σύννεφο σου το ψιθυρίζει:
.
Δεν διανύουν, μα διανύονται.
.
Όλοι τρέχουν ασταμάτητα
.
μέσα σε μιαν αρρένα
.
που 'χει κλειστές τις πύλες.
.
Η ταχύτητά τους ρυθμισμένη
.
πάνω στην όχθη της φθοράς
.
και στις κερκίδες οι ελάχιστοι
.
να εισπράττουν την υπερπαραγωγή
.
της ταχυβολικής μονοτονίας.
.
Εγώ,
.
έχω φύγει και πολύν καιρό.
.
Ψηλά σ' ένα λημέρι σκαλωμένος,
.
με τα μάτια δικά μου
.
με νερό και ψωμί.
.
Κατεβαίνω
.
αργά
.
μα σταθερά
.
μέσα στα γκρέμνα του μυαλού μου.



Από το βιβλίο μου "Επίμονο Θεώρημα" Εκδόσεις Θουκυδίδης
Το ζωγραφικό έργο είναι της Όπυς Ζούνη

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος