Τρίτη, Ιουλίου 15, 2008

ΚΑΛΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ;






Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γνωστός σ’ όλο το πανελλήνιο, είναι ένας πολυσχιδής και
πολυτάλαντος άνθρωπος. Σημαντικός ποιητής, εξαίρετος μεταφραστής αρχαίων κειμένων και τραγωδιών, θεατρικός κριτικός και καθηγητής θεατρολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών.
Υπήρξε βέβαια και καθηγητής φιλολογίας στη μέση εκπαίδευση. Πυρωμένος δάσκαλος. Για μένα προσωπικά, αυτή η τελευταία ιδιότητα που ανέφερα είναι και η πιο σπουδαία και του το έχω πει σε μια συνάντησή μας Να εξηγήσω το γιατί και σε σας, όπως το εξήγησα και σε κείνον: Μεγάλους δάσκαλους έχουμε λίγους και γι αυτό πολύτιμους. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος λοιπόν, σαν ένας απ’ αυτούς, μετάγγισε στους μαθητές του, (σε όσους ήταν επιδεκτικοί) το ανήσυχο, ερευνητικό και στέρεο πνεύμα του, δημιουργώντας έτσι μια συνέχεια της «ελληνικής ποιότητας» με αποδέκτες τους μαθητές του που κι εκείνοι θα επιδρούσαν στο μέλλον ανάλογα στον κύκλο τους. Όχι ότι θεωρώ υποδεέστερες τις άλλες του ιδιότητες. Απλά θεωρώ ως μεγαλύτερη αυτή του «πυρωμένου δασκάλου» . Μεταφέρω λοιπόν εδώ,(αναδημοσιεύω από ΤΑ ΝΕΑ) μια άποψή του, που ταυτίζεται με μια δικιά μας που είχαμε αναρτήσει και συζητήσει παλαιότερα στο καφενείο. Μπαίνει λοιπόν ξανά το θέμα κάτω από το φακό του σχολιασμού όσων θέλουν να σχολιάσουν. Τον γενικό τίτλο στο Blog έδωσα εγώ, αφήνοντας τον τίτλο στο κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου ως έχει.
Φαίδων Θεοφίλου

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΥΣΩΝΑ
Του Κώστα Γεωργουσόπουλου


Τώρα με τις ζέστες σου κατεβαίνουν κάτι θεότρελες ιδέες και τις αναμασάς έτσι για να ξορκίσεις τον καιρό. Είναι παρήγορο και ευρωπαϊκώς μοναδικό, ότι υπάρχουν ακόμα Έλληνες, πολλοί Έλληνες που γράφουν ποίηση (και ποίηση καλή, όχι πάντα αριστουργήματα αλλά καλή). Ακόμη πιο παρήγορο είναι το γεγονός – και ευρωπαϊκώς απίστευτο- που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι σοβαροί (και είναι πολλοί σοβαροί) που τυπώνουν και μάλιστα καλαίσθητα, ποιητικές συλλογές. Δε μένω στο οικονομικό μέρος. Στην Ευρώπη ούτε τυπώνουν ποίηση ούτε βρίσκεις στα μεγάλα βιβλιοπωλεία ποιητικές συλλογές, πλην των Μεγάλων του Αιώνα. Κάθε καλοκαίρι πλημμυρίζουν καθημερινά και εβδομαδιαία έντυπα, επί πληρωμή και φρι, με ένθετα για το βιβλίο. Ποίηση πουθενά. Μούγκα. Και σκεπτόμουνα – η τρέλα που είπα λόγω καύσωνα στην αρχή – πως αν αφιερωνόταν το εκατομμυριοστό κειμένου από κείνα που γράφονται αγελαδόν και ποταμηδόν για τα βλακώδη «Μάμα μία», όλους τους ξεπεσμένους ροκάδες ή χεβιμεταλάδες που πήραν σβάρνα την υφήλιο του Τρίτου Κόσμου δεκαρολογώντας, ίσως θα βρίσκονταν δυο τρία νέα παιδιά να ανακαλύψουν τη ποίηση, να γράψουν ποίηση, να διαδώσουν ποίηση, να συζητήσουν ποίηση, έτσι ώστε να αποπαγιδευτούν από το φανταχτερό δόλωμα της «μαμαμίασης» και των συναφών βλακωδών εδεσμάτων του ταχυφαγείου του θεάματος. Σκέψεις του καύσωνος θα πείτε. Τι να γένει μεγάλωσα πια και δεν μπορώ ν’ αλλάξω χούγια. Μακροβούτια στο βόθρο δεν μπορώ να κάνω.

Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΝΑΝΩΝ

Του Φαίδωνα Θεοφίλου*

Κανείς υποθέτω δεν αιφνιδιάστηκε από τα σκάνδαλα του πολιτικού κόσμου στο παρελθόν αλλά και στο πρόσφατο παρόν. (κουμπάροι, μίζες ΜΕΒΓΑΛ, χέρι στα ταμεία των ασφαλισμένων με τη μέθοδο των ομολόγων, αλλά και Siemens, Τσουκάτος κ.λ.π.) Και δεν αιφνιδιάστηκε ο Έλληνας πολίτης, γιατί η μεγαλύτερη κρίση ηθικής και αξιοπιστίας του πολιτικού μας συστήματος, δεν είναι τόσο η εμπλοκή των πολιτικών στο σκάνδαλο της Siemens, το δάχτυλο στο μέλι και οι παράνομες χρηματοδοτήσεις των κομμάτων, που αντανακλούν λίγο – πολύ το επίπεδο της κοινωνίας, όσο η συγκάλυψη από πλευράς κυβέρνησης αυτού του σκανδάλου. Με την στρατηγική τού «κουκούλωστα» και βλέπουμε , που υπακούει στην κουτοπόνηρη λογική: Θα ξεχαστεί κι αυτό όπως και τόσα άλλα. Γιατί όχι λοιπόν; Αφού αυτή η κυβέρνηση που μετράει υπερβολικά δυσανάλογο αριθμό κρίσεων και σκανδάλων , σε σχέση με τα 5 χρόνια που κυβερνά και ακόμα στέκεται όρθια, μπορεί βάσιμα να ποντάρει στην ασθενή μνήμη των πολιτών.

Στην τρέχουσα λοιπόν επικαιρότητα της Siemens λέγονται πολλά και σκληρά για τη μεθόδευση της συγκάλυψης. Η αντίδραση έρχεται αμέσως από τη κυβερνητική πλευρά (Χατζηγάκης , Ρουσόπουλος) αλλά και από την πλευρά της δικαιοσύνης: (Αθανασίου πρόεδρος εισαγγελέων) «Η δικαιοσύνη κάνει το καθήκον της και δεν εμπλέκεται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και καλό θα είναι όποιος προβαίνει σε τέτοιου είδους κριτική, να προσκομίζει και τα στοιχεία! Αλήθεια; Δηλαδή να τρέχουν οι πολίτες και οι εφημερίδες να βρουν τα στοιχεία που αποκρύπτει η κυβέρνηση και δεν βρίσκει ο ανακριτής, για να έχουν δικαίωμα να μιλήσουν;

Και ο εγκέφαλος των Ελλήνων πολιτών, πειράζει που συνεχίζει να λειτουργεί και να διερωτάται τα αυτονόητα; Όπως π.χ. Τί κάνει δηλαδή νιάου-νιάου στα κεραμίδια; Μήπως η πάπια; Ο σκύλος; Ή μήπως η κατσίκα; Κι επειδή τελικά κάνει η γάτα νιάου-νιάου, διερωτάται ο πολίτης: Γιατί στη Γερμανία για το ίδιο σκάνδαλο ερευνά μια στρατιά εισαγγελέων, ειδικών συμβούλων και γραμματέων; Ενώ εδώ είναι μόνο ένας εισαγγελέας και η γραμματέας, που βγήκε και σε άδεια; Τι εμπόδιζε να δοθούν κι εδώ όλα τα μέσα στη δικαιοσύνη για να βρεθεί η αλήθεια, αν… υπήρχε η βούληση; Γιατί οι δικαστικοί μας που πήγαν στο Μόναχο δεν ζήτησαν όλα τα στοιχεία, με αποτέλεσμα να μας λένε οι Γερμανοί Ότι: «Εμείς έχουμε τα στοιχεία αλλά οι δικοί σας δεν μας τα ζήτησαν». Γιατί από τους 90 φακέλους που μας έδωσαν οι Γερμανοί που αφορούν στην Ελλάδα, μεταφράσθηκαν μόνο οι 30; Μήπως η κυβέρνηση διάλεξε ποιους φακέλους θα μεταφράσει κι άφησε τους άλλους που την «καίνε» γι αργότερα μήπως και τους…βολέψει αλλιώς; Γιατί η κυβέρνηση δεν στράφηκε δικαστικά κατά της Siemens ώστε να προστατέψει και να διεκδικήσει τα συμφέροντα των Ελλήνων πολιτών και του ελληνικού κράτους; Γιατί δεν αναζήτησαν μέσα στην Siemens Αθήνας, στοιχεία και πρόσωπα για την ανάκριση; Μήπως η Siemens είναι παρακυβέρνηση και δεν το ξέρουμε; Γιατί ο ανακριτής έκλεισε τόσο γρήγορα την υπόθεση; Βέβαια η ανάκριση θα συνεχιστεί σε άλλο επίπεδο αλλά μήπως όσοι ενέχονται στο σκάνδαλο κερδίζουν χρόνο για να τακτοποιήσουν με τη βοήθεια της κυβέρνησης κάποια πράγματα;; Μήπως ήταν μοναδική ευκαιρία να πήγαινε το μαχαίρι στο κόκαλο για να ξεκαθαρίσει ο τόπος από τα τρωκτικά και τους μιζαδόρους οποιασδήποτε πλευράς; Ούτε ένας από την κυβέρνησή σας κ. πρωθυπουργέ δεν είχε το θάρρος να διατυπώσει τα ερωτήματα αυτά που πλανώνται στα χείλη όλων των πολιτών, και να πάρει καθαρή θέση υπέρ του να φτάσει το μαχαίρι της δικαιοσύνης στο κόκαλο της παρανομίας. Ούτε ένας!!!

Εσείς και η κυβέρνησή σας κ. πρωθυπουργέ έχετε τελειώσει! Όχι γιατί χάσατε κάποιες εκλογές αλλά γιατί βυθιστήκατε στη θάλασσα που ο ίδιος δημιουργήσατε, τη θάλασσα της ανυποληψίας, της αδιαφάνειας, της συγκάλυψης των σκανδάλων, της αηδίας των πολιτών για το πολιτικό μας σύστημα και την απαξίωσή του.

Τρεις λέξεις κ. πρωθυπουργέ άκουγα συνεχώς από το στόμα σας κατά την διάρκεια της μέχρι τώρα πενταετούς σας θητείας, με αποτέλεσμα οι …δυστυχείς λέξεις να χάσουν το νόημά τους αφού η υπερβολική χρήση τους από σάς, ήταν πάντα χωρίς αντίκρισμα! Ποιες ήταν αυτές; «Η σοβαρότητα», «η υπευθυνότητα» και «η αποφασιστικότητα»…

Θα σας θυμόμαστε λοιπόν ως τον πρωθυπουργό της αναξιοπιστίας, της συγκάλυψης των σκανδάλων, της εντυπωσιοθηρίας, της θεατρικότητας και των κενών περιεχομένου λέξεων… Ως τον μικρό, σε όλα, πρωθυπουργό.




Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ

Η ζωγραφική είναι της Toni Grote


Άφησε το γραφείο πίσω του να ξεμακραίνει ο κ. Πλάτων και παίρνοντας δεκαπέντε αυγουστιάτικες μέρες άδεια, έφθασε στη Χλωρίδα για διακοπές. Ο κ. Πλάτων ήταν πενηντάρης και χωρίς οικογένεια.
Η Χλωρίδα ήταν μια καμπίσια τοποθεσία με πολλή βλάστηση και οξύτατες αποχρώσεις του πράσινου. Τον κάμπο πίσω του και γύρω – γύρω, πλαισίωναν βουνά, φορτωμένα με μικρά και μεγάλα δέντρα, ενώ μπροστά στον κάμπο, απλωνόταν σαν αυτονόητη υγρή προέκταση η θάλασσα.
Ο κ. Πλάτων, είχε την αίσθηση πως είχε προϋπάρξει στο φυσικό τούτο περιβάλλον. Γνώριζε ως και στα κατάβαθα της ψυχής του, το μουρμουρητό τού δάσους και των φυλλωμάτων που ανάδινε η εξέλιξη της φυτικής ζωής και της ροής των χυμών στα σώματα των δέντρων. Τα σιγοψιθυρίσματα και τα τραγούδια των πουλιών. Του φαίνονταν τα πουλιά σαν παλιοί γείτονες. Δίχως να κατάγεται από χωριό ο κ. Πλάτων κι έχοντας περάσει όλα τα χρόνια του σε μια πολύβουη πόλη, είχε την βεβαιότητα πως ήταν μια συνέχεια σ’ αυτό το περιβάλλον. Σα νά ‘χε κοιμηθεί κάτω απ’ τα φυλλώματα που ήλιος δεν τα πέρναγε. Σα νά ‘χε στήσει παγίδες για λαγούς κι άλλα ζώα, εξασφαλίζοντας το φαϊ της μέρας. Σα να ‘χε κλέψει άγριο μέλι, κυνηγημένος και τσιμπημένος απ’ τις μέλισσες. Σα νά ‘χε με πρωτόγονο καμάκι ψαρέψει και ψήσει τα ψάρια του στη θράκα. Λες κι είχε ξοδέψει όλα τα χρόνια του εδώ. Όχι ξοδέψει. Τα είχε περάσει κρίκους στο ανάστημα των δέντρων και κάθε άνοιξη στα γενέθλιά του μεταλάμβανε χλωροφύλλη. Απολάμβανε τον περίγυρό του μ’ όλη την ένταση των αισθήσεών του ο κ. Πλάτων, κι ανήκε εκείνος σ’ αυτόν κι αυτός σε κείνον. Έπεφτε στη θάλασσα και δεν ξεχώριζε αν αυτός την αγκάλιαζε ή εκείνη αυτόν. Το κορμί του τσιμπούσαν ανείπωτες χαρές κι ο χρόνος ροκάνιζε αργά αλλά αδυσώπητα τις μέρες.
΄Ετσι πέρασαν οι δεκαπέντε μέρες της άδειας. Πέρασαν δεκαοχτώ. Είκοσι δύο μέρες. Ο κ. Πλάτων βρισκόταν ακόμα στη Χλωρίδα. Είχε παραβιάσει την άδειά του κατά επτά μέρες. Ο φόβος για τις συνέπειες γλίστρησε και σφηνώθηκε ανάμεσα στο θώρακα και στο στομάχι. Αν τον έδιωχναν απ’ την εταιρεία, πού θά ‘βρισκε εργασία σε τέτοια ηλικία; Η Χλωρίδα τον τραβούσε σαν Κίρκη, να μείνει. Διαπίστωνε όμως με θλίψη πως η ικανότητά του να επιβιώσει μονάχος του στη φύση και να παίρνει αυτά που του ανήκουν, είχε ξεφτίσει. Βλέπεις τόσα χρόνια είχε μια οργανωμένη ζωή. Πούλαγε τη δουλεία του, έπαιρνε χρήματα κι αγόραζε αυτά που δικαιούνταν από τη φύση και τη ζωή δωρεάν. Τώρα θα έχουν έρθει ήδη οι λογαριασμοί του νερού, του ηλεκτρικού και του τηλεφώνου, σκέφτηκε. Το νοίκι που πρέπει να πληρωθεί. Η τηλεόραση θα μεταδίδει ζωντανά τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις απ’ το κύπελλο των εθνών.

Ένιωθε να έχει δυο ρίζες και να τον τραβολογούν αλύπητα, η κάθε μια για λογαριασμό της. Ήθελε να μείνει για πάντα. Ο διευθυντής του θα χειρονομούσε τώρα έξαλλος πάνω από το γραφείο του. Πρέπει να γυρίσω πίσω, σκέφτηκε. Πρέπει να γυρίσω οπωσδήποτε. Αλλά αν πρόκειται να με απολύσουν, να μείνω καλύτερα εδώ. Ένα αίσθημα ανασφάλειας διαχεόταν σαν ηλεκτρισμός μέσα του κι έφτανε ως τις άκρες των νυχιών του. Κάτι σαν βαρίδι στο στομάχι του, έκανε μια τρεμουλιαστή γέφυρα μέχρι το λαιμό του. Κάθισε στα ριζά ενός πλάτανου κι έπιασε απελπισμένος το κεφάλι του.
Ξάφνου, μια φωνή ακούστηκε από μέσα του. Φωνή που θαρρείς και χτύπαγε στα τοιχώματα χαράδρας για να γίνει ηχώ:
«
Τον κόσμο που τώρα αποφεύγεις, εσύ τον έφτιαξες. Δεν είναι λίγο αργά για να τον αρνηθείς;»
Ο κ. Πλάτων, έσκισε ένα φρέσκο πλατανόφυλλο στα δύο κι ύστερα στα τέσσερα. Σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε τον ουρανό που ήταν ολοκάθαρος, κι άφησε τον εαυτό του
να χύνεται, να χύνεται, ώσπου απορροφήθηκε εντελώς από το χώμα που κάλυπτε τις ρίζες του πλάτανου…
Από το βιβλίο"Ο Θεός στο καφενείο" Εκδ. ΑΛEΞΑΝΔΡΕΙΑ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος