Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2014

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΡΩΜΑ








C: ΦΑΙΔΩΝ  ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Λίγο πριν φύγει  με ανακοπή
θυμάμαι τη γυναίκα που του έλεγε,
ότι εβδομηντάρισε αλλά  μυαλό δεν έβαλε.

Εκείνος,  απαντούσε  πως έχει δίκιο
 αφού μόνιμα ανεμίζει μέσα του μια λαμπερή εφηβεία.

Πάντα έλεγε, συμφιλιωμένος με το τέλος του,
να μην ενοχλήσουν κανένα, 
να έρχεται από τη θαλπωρή του,
 σε μέρος δυσάρεστο και μελαγχολικό,
παρά να τελειώνουν γρήγορα μαζί του, 
 όντας  πακέτο φροντισμένο
όπως το συνηθίζουν τα γραφεία τελετών για όσους φεύγουν.

Μόνο ένα τσιγγάνο ήθελε με το κλαρίνο του να αυτοσχεδιάζει .

Στην εξόδιο ακολουθία σκεπτόμουν το σκυλί του
που κάθε μέρα θα τον  περίμενε.

Θυμόμουν όσα πολύ του άρεσαν:
Το γλυκό περγαμόντο να το κοιτάζει στο φως
με κείνη τη θολή κιτρινωπή του διαφάνεια,
να μυρίζει το άρωμά του,
σαν το παιδί που βρήκε το παιχνίδι του.

Αγαπούσε τη βροχή, την υγρασία, τον άνεμο τη ζέστη
και στους νυχτερινούς  του περιπάτους, είχε τ’ ακουστικά στ’ αυτιά
ακούγοντας Μποκερίνι,  Βιβάλντι και Κορέλι,
 κι ανάσαινε  βαθιά την εκπνοή των γιασεμιών
που εξείχαν στα πεζοδρόμια απ΄ τους κήπους.

Στο γιαλό πήγαινε τις  τις νύχτες τις γλυκές.
 Άκουγε το φλοίσβο,
έβλεπε τα φωτισμένα καράβια να περνούν
 και ζήλευε ένα ταξίδι δίχως προορισμό…
«Η  πιο τίμια γυναίκα είναι η θάλασσα». Έλεγε.

Ύστερα,
απλώθηκε παντού  μια αγκαλιά απέραντη:
Αυτή, της σιωπής, κι αυτή της λησμοσύνης….









Παρασκευή, Νοεμβρίου 14, 2014

Η ΠΟΙΗΣΗ ΦΥΤΡΩΝΕΙ ΠΑΝΤΟΥ







Η ανάρτηση αυτή, θέλει να υπενθυμίσει, ότι η Ποίηση δεν είναι για λίγους, σύμφωνα με τα γνωστά στερεότυπα, αλλά για όλους. Ή τουλάχιστον γι αυτούς που διαθέτουν μια στοιχειώδη ευαισθησία. Γι αυτούς που διαθέτουν στο νου και στην ψυχή τους περισσότερα από ένα παράθυρα για να βλέπουν να κατανοούν και να νιώθουν τη ζωή και τους ανθρώπους. Το ποίημα που παραθέτω είναι ενός γεωργού-κτηνοτρόφου από την Άγρα της Λέσβου, του Δημήτρη Σαχτούρη. που  μέσα του ορθώνεται και ένας ποιητής. Η Ποίηση φυτρώνει παντού.
Φ.Θ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


 ΣΕ   ΞΑΝΑΔΑ

Σε είδα ξανά  στο γερασμένο σου παραθύρι
 να περνάς τα δαχτυλά σου 
 ανάμεσα στις ροδόχρυσες αχτίδες του ήλιου 
και τ’ ασημόχρωμα των μαλλιών σου.

Σε ξανάδα να διαβάζεις τις νοσταλγίες σου 
κάτω απ΄ τη μελαγχολική ισκιάδα του δέντρου,
  που παιδούλα κάποτε  είχες φυτέψει
  και το πότιζες  με τα ονειρά σου.

Ξαναπήγα  σ’ εκείνο τα’ ακρόγιαλο
  να δώ   το οργισμένο κορμί σου χαλικοζωγραφισμένο
 αλλά δεν  ήσουν εκεί……

Βούτηξα στα βαθιά να σε ξαναδώ μανιασμένη γοργόνα
 να θολώνεις  το πέλαγος μα τα νερά ήταν καθάρια.
Είχες μείνει σπίτι να ετοιμάσεις το τραπέζι.

Σε ξανάδα στο κατώφλι σου να ξεματίζεις το χρόνο,
  αναμετρώντας ένα ένα  όλα εκείνα  που σ΄έχουν  προσπεράσει.

Ξανάδα τους γερμένους ώμους σου ν΄ανατριχιάζουν  απ΄το δροσινό χάδι  βραδινής αυγουστιάτικης τραμουντάνας 
και να τους σκεπάζεις  με το δαντελένιο  σάλι  του φεγγαριού.

Σε  ξανάδα  μια  αγιαζοδακρυσμένη  αυγή 
να χάνεσαι στην πάχνη  του φθινοπώρου 
Και δεν έκανα τίποτα.




Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Ε Λ Λ Η Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α 2








C: ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Σε γκρίζο παρόν και όπως φαίνεται και σε γκρίζο μέλλον, παραθέτω εδώ ένα πολύ αισιόδοξο κείμενο από το βιβλίο μου 
«Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ – Τρεις Λόγοι» . Λέτε να είναι, επειδή δεν έμεινε άλλος τρόπος ν’ αναπνεύσω , εκτός από την αισιοδοξία; 
 Ιδού λοιπόν:

Ποτέ δεν ήθελα
τόσο πολύ να μιλήσω
με τόσα λίγα.


«Ψάχνω για το δικό μας το πελεκημένο Θέλω» μονολογεί «Ο Μικρός Ελληνικός» ανιχνεύοντας το μέλλον του Ελληνισμού. Ίσως υπάρχει γύρω μας και μέσα μας μια Ελλάδα που δεν υποψιαζόμαστε κι ένας Έλληνας που βαδίζει στη κόψη του ξυραφιού, έχοντας τις ίδιες πιθανότητες να χάσει την ψυχή του ή να την αποκαλύψει λαμπερή και να νιώσει την επιθυμία για τον επαναπροσδιορισμό, μιας πορείας νέας. Να βάλλει στόχους που να ξεπερνούν τις δυνάμεις του. 
Γιατί τι νόημα θα είχαν στόχοι που είναι μέσα στα όριά του;
Απρόβλεπτος ο Έλληνας, ικανός για όλα, 

συνεπώς και για το μέγιστο.

«Τον καθαρό το Λόγο να φιλάς στο στόμα
για να γίνει σφυγμός
στο σώμα όλου του κόσμου»


Οι ποιητές είτε ακούγονται είτε όχι, επιμένουν. Απλώνουν την έπαρση της ψυχής τους σαν δίχτυ να αιχμαλωτίσουν το αδύνατο. Έτσι λοιπόν ο Ελληνισμός, στο μέτρο που, κατά την ιστορική του διαδρομή, έφτασε το αδύνατο και το έκανε αυτονόητη υπόθεση, είναι λαός ποιητικός. Και όχι μόνο γι αυτό. 

«Ο Μικρός Ελληνικός» αρμενίζοντας ενάντια σε καιρούς μικρόψυχους, θερμαίνει στο στήθος του την Ουτοπία σαν αγαπημένη, για να μεταβληθεί σε τρέχουσα πραγματικότητα.

 Η εικόνα του νέου Ελληνικού Μύθου υπάρχει. Μόνο που είναι κατατεμαχισμένη και σκόρπια σε μυριάδες κομμάτια. Κι είναι αυτά τα κομμάτια, τα πιο λαμπερά και κλείνουν μέσα τους θησαυρούς και μάγια. Είναι οι άξιοι Έλληνες, που συνιστούν την "Ελλάδα των Μικρών ανοίξεων". Που αποτελούν το άλλοθι της χώρας για την ποιότητά της και την ελπίδα της. 

Ο στόχος περιμένει: Να συνθέσουμε αργά έστω, μα σταθερά την εικόνα του Νέου Ελληνικού Μύθου…


*«Ο Μικρός Ελληνικός-τρεις Λόγοι
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Γ΄Έκδοση – (εξαντλημένο)












Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος