Δευτέρα, Μαΐου 21, 2012

Η ΠΟΡΤΑ ΤΡΙΖΕΙ, ΗΡΘΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ….



Απόσπασμα από το βιβλίο μου Ο ΤΡΟΦΙΜΟΣ-Εκδ. Αλεξάνδρεια

Η πόρτα του δωματίου έτριξε.
Γύρισα να δω, με την κρυφή χαρά πως η διαίσθησή μου θα δικαιωνόταν.
Πράγματι. Η μισή ομορφιά ήταν μέσα στο δωμάτιο
κι η άλλη μισή καλυπτόταν ακόμα από την πόρτα.
Ήμουν βέβαιος πως είχε φθάσει η μεγάλη στιγμή των σωμάτων.
Πυρετός με συνεπήρε που απλώθηκε  αστραπιαία στο σώμα μου,
όπως κόκκινη  κηλίδα  στην επιφάνεια του νερού.
Προχώρησε με αργά βήματα και στάθηκε απέναντί μου.
Το πρόσωπο και τα μαλλιά της έλαμπαν. Τα μάτια της με χάιδευαν.
Το δωμάτιό μου ήταν ο πιο όμορφος χώρος που μπορούσε να μείνει άνθρωπος.
Κοιταζόμασταν, δεν ξέρω πόση ώρα,  σιωπηλοί,
ταξιδεύοντας ο ένας στα μάτια του άλλου.
Ο καθένας μας ένιωθε να είναι το μισό του όλου.

Γυμνότητα
Η δόξα του θέρους των σωμάτων.
Χυμώδη κόκκινα σταφύλια
που τα καταδέχεται ο ήλιος.
Άνθη μυγδαλιάς.
Βρεγμένη γη.
Ροή μελιού.
Υγρασία ψυχής.

Άπλωσε το χέρι της στο μέτωπό μου. Ήρθε πιότερο κοντά μου.
Μου έβγαλε με αργές κινήσεις το πουκάμισο και με φίλησε στο στήθος.
Με ξέντυσε κι απ’ το παντελόνι που σωριάστηκε στα πόδια.
Ξεκούμπωσα ένα-ένα τα κουμπιά  της γαλάζιας ρόμπας της.
Το δέρμα κάτω από τα μάτια της είχε πάρει ένα ρόδινο χρώμα.
«Να συλλέγεις το ρόδινο όπου το βρίσκεις»,
Τράβηξε τα χέρια της μέσα από τα μανίκια της ρόμπας που κρατούσα.
Ήταν ολόγυμνη.
Αγκαλιαστήκαμε απαλά ακουμπώντας τα σώματά μας.
Χαθήκαμε στο φώς.



 










Τετάρτη, Μαΐου 16, 2012

ΑΥΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ






Η πρωινή αύρα με βρήκε καδραρισμένο στο παράθυρο. Πέρασε μέσα από τα μαλλιά μου,   αφήνοντας  τη φρεσκάδα  και την απαλότητά της….

Ρεμβάζοντας την άπλα της θάλασσας, μου ήρθε  μια σκέψη από το βιβλίο του φίλου μου Στράτου Λιακάτου, «Ο Μεγάλος ονειρευτής»: «Όλοι θα αθωωθούν, γιατί κανείς δεν ζήτησε να υπάρξει»…  Τρυφερότητα λοιπόν και άφεση για δικαίους και αδίκους…

Πάνω από το παράθυρο, τα χελιδόνια είχαν  χτίσει φωλιά, προστατευμένη από την απόληξη της στέγης  και μέσα της, ήδη τέσσερα νεογέννητα χελιδονάκια έκαναν μια ευχάριστη φασαρία, που αισθανόσουν ότι θα σου έλλειπε αν δεν υπήρχε..

Ξαναγύρισα στη σκέψη του φίλου μου και  την προχώρησα με τη δική μου: Κανείς λοιπόν δεν ζήτησε να υπάρξει, και αφού υπήρξε, κανείς δεν ζήτησε να πεθάνει… Εκτός, από κείνους  που περνούν σε μια άλλη μορφή συνείδησης: Τους αυτόχειρες. Που δεν το ζητούν αλλά το αποφασίζουν μόνοι τους. Είναι και αυτό ένα είδος αξιοπρέπειας…

Τα χελιδόνια-γονείς, πηγαινοέρχονταν κουβαλώντας τροφή για τα μικρά τους. Μάδησα στο περβάζι, ένα κομμάτι κέικ αμυγδάλου σε ψιχουλάκια, και αποτραβήχτηκα  στο βάθος του δωματίου, για να μη φοβούνται τα χελιδόνια. Σε λίγα λεπτά, τα ψίχουλα είχαν εξαφανιστεί.  Συνέχισα ν’ απολαμβάνω τον καφέ μου στο παράθυρο, μέσα σ’ ένα φως, που περιέγραφε με ένταση  σχήματα και εικόνες.

Έτσι λοιπόν, συνέχιζε να απλώνεται σα νήμα η σκέψη μου:  Όλοι εμείς που δεν ζητήσαμε να υπάρξουμε αλλά ούτε και να πεθάνουμε, είμαστε περιορισμένοι ο καθένας στο δικό του Α και Ω. Στο δικό του διάνυσμα, μικρό, μεσαίο ή μεγάλο.

Κάποιοι, διαγράφουν μια συγκεκριμένη και συνειδητή πορεία, αφήνοντας για τους επόμενους, αποτυπώματα, σπόρους, γεύσεις και αρώματα.

Άλλοι, ζουν σε ένα περιφρουρημένο πλούτο, νομίζοντας ότι πορεύονται. Στην πραγματικότητα  μένουν ασάλευτοι, συσσωρεύοντας  λαμπερές φλούδες…

Κάποιοι, οι περισσότεροι, προσπαθούν από το Α  ως το Ω τους, να κρατήσουν το κεφάλι έξω από το νερό , έτσι που,  το Ω, να  τους φαίνεται αδιάφορο…

Τέλος , υπάρχουν και κείνοι που ζουν σαν τα πουλιά και τα τζιτζίκια: Τραγουδάτε και μη μεριμνάτε για το αύριο…

Λίγο μετά, όλα αυτά έγιναν ένα μικρό σύννεφο,

 που εξαχνώθηκε

 μέσα στη ζεστή γυμνότητα

 μιας  αγκαλιάς…







Πέμπτη, Μαΐου 10, 2012

ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

                                                                                                 Φαίδωνα Θεοφίλου


Το βράδυ πήρα την καρέκλα μου και κάθισα στο παράθυρο του δωματίου μου. 
Μια βραδιά έναστρη και δροσερή.

Μια δροσιά, ίσα που να την ανέχεσαι χωρίς να κρυώνεις.
Ένιωθα ανάλαφρος και ήρεμος, σαν τη βραδιά που είχα μπροστά μου.
Οι σκέψεις μου ακκίζονταν μέσα στη δίψα μου για το ανέκφραστο 
αλλά κυρίαρχος στη σκέψη μου ήταν ο πόνος.

«Όχι ο πόνος που διαταράσσει την αταραξία μιας προβλέψιμης ζωής, που εκτείνεται σαν μια κομψή ίσια γραμμή, αλλά ο πόνος που προέρχεται από την εγρήγορση του ανθρώπου, από την αγωνία, που διαχέεται μέσα του και δεν ξέρει προς τα πού να την κατευθύνει. Ο πόνος που μας βοηθάει να γνωρίσουμε τα βάθη μας. 

Ο πόνος αυτός, που δεν είναι μια παγερή παθητικότητα αλλά μια θερμή ενεργητικότητα, ένας σεμνός ηρωισμός δίχως θόρυβο, ήσυχος και διαρκής».

Έχω την αίσθηση πως οι άνθρωποι που κουβαλούν αυτής της ποιότητας τον πόνο, διατηρούν μέσα τους, ένα μυστικό φώς. 
Έχουν λόγο ατόφιο, απέριττο με σημαντικό περιεχόμενο.

Τέλος, πιστεύω  ο  πόνος αυτός είναι ένα εφαλτήριο για υψηλές πνευματικές αναβάσεις και καταστάσεις, για συναντήσεις με την τριάδα που λέγεται Θεός, άνθρωπος, εαυτός.

Κι ενώ οι σκέψεις αυτές περνούσαν σαν παφλασμοί από το κεφάλι μου, ένα άστρο έπεσε από τον ουρανό.
Δεν πρόλαβα να κάνω μιαν ευχή.







  




*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Ο ΤΡΟΦΙΜΟΣ¨" Εκδ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ -2001







Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος