Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ 7



Ηλιάννα Θωμοπούλου



ΚΤΗΝΟΣ

Παραμονές τ’ αη Λιος ακόνιζες μαχαίρια

Δεκαπενταύγουστο, πελέκαγες σπαθιά

σέρνοντας πίσω σου σφαγμένα καλοκαίρια

γυρνούσες τρέμοντας με ματωμένα χέρια

και ξεχειμώνιαζες σ’ απάτητη ερημιά.

Τις νύχτες έσμιγες με του βουνού τ’ αγρίμια

Τις μέρες, σπάραζες την ίδια σου καρδιά

Ό,τι σ’ αγάπησε το γκρέμισες συντρίμμια

ντρεπόσουν κι έθαβες την πρόστυχή σου γύμνια

στις στάχτες π’ άφηνε η πρόσκαιρη φωτιά.

Ξερνούσες αίμα και χολή πάνω στα τείχη

που χες υψώσει απ’ Αυτούς για να σε σώσουν

χάραζες πάνω τους θανάτους με το νύχι

έβριζες κι έφτυνες την άδική σου τύχη

κι ό,τι θυμόσουνα καλό, το καταριόσουν.

Μονάχα νύχτες που χανόταν το φεγγάρι

κι ίσκιους δεν είχε να σου κάνουν συντροφιά

τον ύπνο ξόρκιζες κοντά του να σε πάρει

στο χώμα έγερνες, γινόσουνα κουβάρι

και τυλιγόσουνα σ’ ονείρων αρμαθιά.

Εκεί, ξανάβρισκε τον Άνθρωπο το Κτήνος

Εκεί, γαλήνευαν κι η όψη κι η ψυχή

Ξαναγεννιόσουνα κι ήσουνα πάλι Εκείνος

και πριν τολμήσει η κραυγή να γίνει θρήνος

«Μάνα…» ψιθύριζες κι έκλαιγες σαν παιδί.

********************************************************






ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ

Συναντηθήκαμε στη μέση του πεδίου
μιας μάχης άσκοπης και δίχως νικητή
Απαλλαγμένοι από ενοχές εντίμου βίου
στεφανωμένοι πια τη δόξα του αγίου
και σκεπασμένοι με τη σκόνη του ασκητή.

Δεν είχες όπλα, δε φορούσα πανοπλία
Αίμα δεν έτρεξε, δεν ήχησε κραυγή
Ήσυχα λόγια μοναχά ήταν η λεία
λόγια που μήτε θα τα γράψουν σε βιβλία
μήτε τραγούδια θα τα πλέξουν ραψωδοί.

Τα θύματά μας τα φιλήσαμε στο στόμα
πριν κατευόδιο να τους γνέψουμε στερνό
Διάπλατα ορθάνοιχτα τα μάτια τους ακόμα
και οι φωνές τους μας καλούν από το χώμα
σαν την καμπάνα εκκλησιάς σ’ εσπερινό.

Δεν θα πληρώσεις αμαρτίες, δεν θα κλάψεις
Κι ούτε κι εγώ ποτέ μου θα τιμωρηθώ
Όμως θυμήσου πριν την τελευταία σπίθα θάψεις
ποιό είναι τ’ όνομα που πρέπει να φωνάξεις
για να ‘ρθω πλάι της για πάντα να θαφτώ.

*********************************************************






ΕΓΚΩΜΙΟ

Πώς το φοράς αυτό το γέλιο, πώς μπορείς;
Λες κι όλα σου ‘ρθανε καλά και πια δεν έχεις
παρά μονάχα με τους άλλους ν’ απορείς
κι όταν σου λένε «φτάνει πια!» εσύ ν’ αντέχεις

Πώς το κρατάς ψηλά τ’ αγύριστο κεφάλι;
Δε σε βαραίνει ούτε η σκέψη ούτε ο καιρός;
Λες «έχω κλείσει τη ζωή σ’ ένα μπουκάλι!»
και το σηκώνεις στην υγειά του καθενός.

Πώς μένουν έτσι πάντα ξάγρυπνα τα μάτια;
Τόσοι κουράστηκαν να βλέπουν τη ζωή
και μόνο εσύ αποβραδίς στήνεις κατάρτια
κι άλλο ταξίδι ξεκινάς κάθε πρωί.

Πώς σφίγγουν έτσι δυνατά τα δυο σου χέρια;
Με τόσο πείσμα πώς κρατιέσαι απ’ τη χαρά;
Νυχτώνει γύρω σου κι εσύ μετράς αστέρια
συννέφιασε, μα εσύ τα βλέπεις καθαρά.

Πώς απ’ τα χείλη σου δε λείπει το τραγούδι;
Βαρύ ζεϊμπέκικο, τα χέρια σου ανοιχτά
κρατάς ανάμεσα στα δόντια ένα λουλούδι
και φέρνεις βόλτες σε μια πίστα από φωτιά.

Πώς να σου πω πόσο το ζήλεψα το γέλιο;
Πώς να σε φτάσω που ‘σαι ίδιος ουρανός;
Πώς να μη σ’ έχω στην καρδιά μου σα βαγγέλιο;
Για όλους είσαι και δεν είσαι κανενός…

****************************





Εμφανίστηκα στον κόσμο αυτό ξημερώματα Σαββάτου στις 26 Αυγούστου του 1972, πράγμα που με κατέταξε ζωδιακώς στον αστερισμό της Παρθένου και με έστεψε και με τον ωροσκόπο της - μην τυχόν και μου λείψει. Άμα τη εμφανίσει μου, η μάνα μου έκλαψε πολύ - από ανακούφιση. Έπειτα από τέσσερις γιούς είχε πετύχει το πολυπόθητο θηλυκό και άρα, τέλος οι γέννες (είμαι σίγουρη, πως χρόνια αργότερα θα της πέρασε απ’ το νου πως θα ‘πρεπε να είχε ξαναπροσπαθήσει). Ο δε πατέρας, μοίραζε χαμόγελα και κατοστάρικα - σε δραχμές, αλλά είχαν αξία τότε. Έκτοτε, δε σταμάτησε να μοιράζει λεφτά για διάφορους λόγους. Τα περισσότερα δυστυχώς, δεν έπιασαν τόπο.

Με ανάθρεψαν τα τιμημένα χώματα της λακωνικής γης. Στα 18 με ξαπόστειλαν στην πρωτεύουσα να βρω εγώ το δρόμο μου κι εκείνοι την ησυχία τους. GPS τότε δεν υπήρχαν κι έτσι, πήγαινα κι εγώ ρωτώντας. Ακόμα ρωτάω.

Δουλειές άλλαξα πολλές. Dealer γυναικείων εσωρούχων, «πόρτα» σε σκυλάδικο, bartender, dj (αλλά του παλιού καιρού), δουλειές γραφείου διάφορες, δουλειές του ποδαριού άφθονες.

Όλα τα παραπάνω, τα έκανα μετά μουσικής. Διάβαζα μετά μουσικής, δούλευα μετά μουσικής, έτρωγα, κοιμόμουν, ερωτευόμουν, χώριζα, όλα μετά μουσικής. Τι μουσική; Ε, τώρα! Μία είναι η μουσική! Από τον Tchaikovsky μέχρι το Heavy Metal, από τα δημοτικά μέχρι την Acid Jazz, από το Ρεμπέτικο μέχρι τα Fados κι από τα Λαϊκά μέχρι το Rock ‘n Roll. Όλα ένα.

Έχω παιδιόθεν ροπή προς την παρατήρηση. Ξεκίνησε ως απλό χαζολόγημα απ' το παράθυρο της σάλας και κατάντησε εμμονή με κάθε είδους "παράθυρο" στο σύμπαν. Παρατηρώ ξεδιάντροπα πρόσωπα, εικόνες και καταστάσεις και για να εξιλεωθώ του ατοπήματός μου, βρίσκω όμορφες λέξεις που τα περιγράφουν και τις βάζω στη σειρά. Οι φίλοι μου λένε πως "γράφω ποιήματα". Εγώ τους λέω πως ζητάω άφεση.

Υπευθύνως δηλώ πως έχω σώας τας φρένας και γράμματα γνωρίζω,

Ηλιάννα


ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ είναι ένα ένθετο κεφάλαιο στο ιστολόγιο αυτό.

Μια ποιητική κυψέλη με σημαντικά κατά τη γνώμη μου ποιήματα, ζώντων ποιητών, είτε έχουν εκδώσει βιβλία τους είτε όχι. Βασικό κριτήριο είναι η ποιότητα των ποιημάτων και η ευθύνη γι αυτό είναι αποκλειστικά δική μου. «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ» δεν είναι κάποια παρέα ή κλειστή αυλή όπου μερικοί φίλοι προβάλλουν τα ποιήματά τους, αλλά χώρος όπου τα ποιήματα που έχουν αξία και έχουν να πουν, άσχετα σε ποιον ανήκουν, έχουν εδώ τη θέση τους, όπου οι εναπομείναντες εραστές της ποίησης μπορούν να κοινωνήσουν μαζί τους. ΦΙΛΟΥΣ, με τους ποιητές που παρουσιάζω, μας κάνει η αξία των ποιημάτων τους και όχι η οποιαδήποτε συναισθηματική ή φιλική εξάρτηση. Στο χώρο λοιπόν αυτό παρουσιάζονται και αποθησαυρίζονται ποιητικά σώματα, γνωστών, λιγότερο γνωστών και αγνώστων ποιητών που όλοι, μάς μεταδίδουν εκείνη τη μοναδική συγκίνηση που χαρίζει η καλή ποίηση. Χωρίς να αρνούμαι τις πιθανές ανθρώπινες αδυναμίες στις επιλογές μου, παραμένω αφοσιωμένος στην ουσία των επιλογών μου, με αγάπη στους ποιητές και στα ποιήματά τους που μας αφήνουν μια σπάνια αύρα. Ο δρόμος της τέχνης πρέπει να είναι ανοιχτός για κάθε σημαντικό έργο, χωρίς να μπλοκάρεται από οποιουσδήποτε δεινόσαυρους, που έκλεισαν τον κύκλο της δημιουργίας τους, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για μουσική, λογοτεχνία γενικότερα ή εικαστική δημιουργία. Μόνο με δρόμο ανοιχτό μπορεί να έχει συνέχεια ο πολιτισμός.

Δεν μας πειράζει διόλου ότι εμείς εδώ, είμαστε φωνή ψιθυρίζοντος στην έρημο της κοινωνίας. Βλέπετε οι Δον Κιχώτες στη ζωή μας δεν τελειώνουν. Εσείς θα κρίνετε αν, δυστυχώς ή ευτυχώς.

Φαίδων Θεοφίλου

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2011

ΣΤΑΜΑΤΩ ΓΙΑ ΛΙΓΟ



Σταματώ για λίγο. Να πάρω ανάσα.

Ν' ακούσω των πουλιών τα μυστικά.

Τους Αγίους στα ξωκκλήσια

να γνέφουν αδιάφορα τη ζωή τους στο θάνατο.

Τη θάλασσα να μουρμουράει:

"Δεν το 'ξερες πως είναι άγριος ο φτιασιδωμένος έρωτας;"'

Τη ματιά μου να περάσω μέσα στο σύννεφο

να βρέξει στην καρδιά της αγωνίας.

Ψέματα να πώ, πως βλέπω ό,τι δεν φαίνεται

κι ας είν' αλήθεια.

Να σκύψω να μυρίσω, όχι να κόψω.

Κι ύστερα... να παραβγώ τον ουρανό στην άπλα.


Φαίδων Θεοφίλου

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΟΙΞΕΩΝ



Φαίδων Θεοφίλου
Λέτε, μόλις λύσουμε τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, όσοι ροκάνιζαν τα θεμέλια της Ελλάδας για προσωπικό τους όφελος, να σταματήσουν να το κάνουν;;;

Δηλαδή, κυβερνήσεις, κρατική μηχανή, αλλά και Συντεχνίες, Φοροφυγάδες, Εκκλησία, καταπατητές της Δημόσιας γης, εμπρηστές των δασών μας, πλούσιοι «πατριώτες» που βγάζουν τα χρήματά τους στην Ελβετία και όσοι διαχειρίζονται χρήμα, ότι θα αποκτήσουν άλλο ήθος και θα σταματήσουν να καταχρώνται ή να αποσπούν με εκβιασμούς το δημόσιο χρήμα σε βάρος των εργαζόμενων, των συνταξιούχων και των άλλων κοινωνικών τάξεων;

Ευφυΐα υπάρχει και περισσεύει για να επινοούνται απίστευτοι τρόποι κατάχρησης και αρπαγής του δημόσιου χρήματος, χωρίς τιμωρία. Τώρα δηλαδή αυτή ευφυΐα –βασικό χαρακτηριστικό των Ελλήνων- θα διοχετευτεί στην παραγωγικότητα και στη δημιουργία, ώστε να ελπίζει η χώρα στο μέλλον των πολιτών της;;

Λέτε, στο νέο ξεκίνημα της χώρας με αφορμή την οικονομική κρίση, οι νέοι μας να βρίσκουν δημιουργική διέξοδο και ελπίδα και οι βετεράνοι της εργασίας, να μην υφίστανται πια την κρατική βία της αφαίρεσης των πενιχρών εισοδημάτων τους, σαν τα άλογα που τα σκοτώνουν όταν γεράσουν;;;

Λέτε, οι κυβερνήσεις να γίνουν δίκαιες και να βρουν τρόπους να συλλέγουν τη φορολογητέα ύλη, ώστε να πληρώνουν οι πάντες κι έτσι τα βάρη για τους πολίτες να γίνουν λαφρύτερα, αφού θα μοιράζονται σε πολλούς ώμους;;;

Λέτε να απομακρυνθούν επιτέλους οι χιλιάδες κρατικο-κομματικοδίαιτοι και να αναγκασθούν να βρουν παραγωγικούς τρόπους επιβίωσης;

Λέτε, οι Συντεχνίες να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι μόνες τους στη χώρα για να τα θέλουν όλα, σε βάρος των υπολοίπων;

Λέτε η Ελληνική Δικαιοσύνη να εφαρμόζει πια τυφλά τους νόμους, αυστηρά και προς κάθε κατεύθυνση και οι πολίτες να την εμπιστεύονται επίσης τυφλά;

Λέτε, η ελληνική βουλή, να ψηφίσει νόμο που θα προβλέπει για τους πολιτικούς που θα υποπίπτουν σε ποινικά αδικήματα, ποινές βαρύτερες γι αυτούς, απ’ ότι στους πολίτες;

Λέτε, η κοινωνία μας να αποτινάξει από πάνω της, τις εθνικολαϊκίστικες ανεύθυνες ατάκες και συνθήματα, είτε αυτά είναι αριστερόστροφα είτε δεξιόστροφα είτε σοσιαλδημοκρατικά και να τα αντικαταστήσει με την παραγωγική σκέψη και κρίση;

Λέτε, αυτή η κοινωνία να συνειδητοποιήσει την ανάγκη της αξίας της συνεργασίας και να αντιληφθεί επίσης την ελευθερία ως δικαίωμα και του διπλανού;

Λέτε η κοινωνία αυτή να μάθει ΚΑΙ να ακούει, εκτός από την ακατάσχετη φλυαρία της για τους πάντες και για τα πάντα;

Λέτε, να καταλάβουν τα πολιτικά κόμματα επιτέλους ότι οι πατρίδες τους δεν είναι τα κόμματά τους, αλλά η Ελλάδα;


Αλλά, η Ελλάδα δεν θέλει να αλλάξει. Αρέσκεται στη βολή της ελπίζοντας κάτι να γίνει, κάτι να έρθει από κάπου, κάτι να βρούμε στο δρόμο μας. Αλλά όχι σχέδιο για το σήμερα και το αύριο. Όχι προσπάθεια προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η Ελλάδα αρέσκεται στην καθήλωση στη λιακάδα και στα κεκτημένα που δεν μπορούν πια να δοθούν. Η Ελλάδα δεν θέλει να αλλάξει, αλλά θέλει να την σέβονται. Θέλει να είναι περήφανη χώρα δίχως να κάνει κάτι γι αυτό. Χρησιμοποιεί τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων σαν κρέμα προσώπου για να επαίρεται με δανεική ακτινοβολία…. Όλα τζάμπα. Από τη μαγκιά ως τον χρυσόν αιώνα του Περικλέους…

Τελικά η ελπίδα θα ανθίζει όπως και πριν, μόνο σε κάποια άτομα-Μονάδες , που θα εμφανίζονται στην κοινωνία μας σαν ολόδροσα, πράσινα φυλλαράκια, κουβαλώντας τις δικές τους ανοίξεις, με τα έργα τους, την ποιότητα της δουλειάς τους , τους, την ελληνική τους ευφυΐα και ευρηματικότητα ταγμένη στη δημιουργία, με το ήθος και την διαρκώς καλλιεργούμενη σκέψη, σαν μια άλλη Ελλάδα των μικρών ανοίξεων, που θα υπάρχει μέσα σ’ αυτήν της ακινησίας, της πλαδαρότητας, της αναιτιολόγητης έπαρσης και του αναμενόμενου τυχαίου…
(Στη σειρά των κειμένων μου: Ο ποιητής δεν σιωπά)



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΜΗΘΥΜΝΑ

ΜΗΘΥΜΝΑ
Γενέθλιος τόπος